ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ - TRANSLATION

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΕΩΣ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΠΗΓΕΣ

Το εν λόγω δημοσίευμα έχει μεταφερθεί αυτούσιο από την προσωπική μου προπτυχιακή εργασία που παρέδωσα κατά τη διάρκεια παρακολούθησης της ΘΕ ΕΛΠ20 του ΕΑΠ για το ακαδημαϊκό έτος 2009- 2010.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ποικίλες βυζαντινές πηγές πληροφόρησης όπως τα αγιολογικά κείμενα , η εκκλησιαστική ιστοριογραφία και τα κτητορικά Τυπικά, έρχονται να μας προσφέρουν σήμερα μία πλειάδα στοιχείων που σχετίζονται με τη δράση και το βίο των αγίων, την καθημερινή ζωή του βυζαντινού κλήρου, των λαϊκών και των μοναστικών κοινοβίων καθώς και των κυριοτέρων εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικο-θρησκευτικών ζητημάτων που ταλάνισαν επί μακρόθεν τη βυζαντινή Εκκλησία.
Με αφορμή τα αναφερόμενα και έχοντας ως γνώμονα την αντικειμενική αξιοποίηση αυτών των πηγών, καθότι αρκετές φορές κατακρίθηκαν για την μονομερή τους τοποθέτηση, σκοπός της εργασίας μας στην πρώτη ενότητα είναι να καταδείξουμε τους μηχανισμούς καταπολέμησης που χρησιμοποιήθηκαν τόσο από την Εκκλησία όσο και από την πολιτική ηγεσία, ώστε να μεταβεί ο βυζαντινός κόσμος από την ειδωλολατρεία στον χριστιανισμό. Στη δεύτερη ενότητα, θα αναλύσουμε τα ζητήματα των αιρέσεων και των θρησκευτικών ερίδων ,της διατύπωσης του ορθού δόγματος, των οικουμενικών συνόδων και του ρόλου που διαδραμάτισε η αυτοκρατορική εξουσία. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, θα αναζητήσουμε τις αντιθέσεις και τις εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις Ανατολής και Δύσης που είχαν ως αποτέλεσμα να επιφέρουν την τελική ρήξη μεταξύ της Ορθόδοξης Βυζαντινής και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑΣ
Το πέρασμα του βυζαντινού κόσμου από την ειδωλολατρεία στον χριστιανισμό δεν ήταν ακαριαίο. Η πορεία προς τη νέα θρησκεία είχε ήδη ξεκινήσει περίπου τρεις αιώνες πριν από τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, με τους οπαδούς της να βιώνουν τακτικά το μένος και την αγριότητα της ειδωλολατρικής ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εξουσίας. Η αναστροφή του αρνητικού κλίματος για τους χριστιανούς ξεκινάει στις αρχές του 4ου αιώνα, μετά και την παύση του Μεγάλου Διωγμού των Διοκλητιανού και Γαλερίου και της αποκατάστασης της ελευθεριότητας των λατρειών με το «έδικτον των Μεδιολάνων» των Κωνσταντίνου και Λικινίου το 313[1]. Το αποφασιστικό όμως βήμα για την επίσημη αναγνώριση και εγκαθίδρυση της νέας θρησκείας από τη ρωμαϊκή πολιτική εξουσία, γίνεται με τη μοναδική επικράτηση του Κωνσταντίνου στο ανώτατο αυτοκρατορικό αξίωμα, ο οποίος εισήγαγε μία σειρά μέτρων που όχι απλά θα στήριζαν και θα ενδυνάμωναν τον χριστιανισμό αλλά και θα αποτελούσαν την αφετηρία ενός αμείλικτου αγώνα εναντίον της ειδωλολατρείας.
Η ξαφνική απάρνηση της εθνικής θρησκείας από την αυτοκρατορική εξουσία δεν ήταν διόλου τυχαία. Το πολύμορφο κράμα των αρχαίων ελληνορωμαϊκών θρησκειών και των κατά τόπων διαφόρων λατρειών, είχε προ πολλού αρχίσει να εμφανίζει σημάδια παρακμής, κορεσμού και έντονου ιδιωτισμού. Αντιθέτως, οι μύστες του χριστιανισμού, καθοδηγούμενοι από τη γοητευτική εικόνα του Ιησού και της διδασκαλίας του, που απέπνεε έναν αυστηρό μονοθεϊσμό, θα προσπαθήσουν να ακολουθήσουν μία υψηλή πνευματική και ηθική ζωή διανθισμένη από αγάπη , αδελφοσύνη και φιλανθρωπία. Οι χριστιανοί, συσπειρωμένοι γύρω από τον επίσκοπο της περιοχής τους δημιουργούν κλήρο ,εκκλησία και μοναχούς, συμπροσεύχονται δημόσια, αποκτούν μάρτυρες της πίστης και επιτυγχάνουν να ενώσουν και να εναρμονίσουν τη θρησκεία τους, τόσο με τις κληρονομημένες αρχές του ελληνικού πολιτισμού όσο και με τις κοινωνικές επιταγές της εποχής τους[2].
Το υποσχόμενο όραμα της πολυπόθητης ενότητας των λαών, θα αποτελούσε και τη βασική αιτία που ο Κωνσταντίνος αρχικά αλλά και οι διάδοχοί του στη συνέχεια, θα θελήσουν μέσω της εισαγωγής και της επισημοποίησης της χριστιανικής θρησκείας στο Βυζάντιο να δημιουργήσουν εντός της αυτοκρατορίας, μία ανάλογη πολιτικοκοινωνική συνοχή μεταξύ των αλλόφυλων υπηκόων της[3]. Ο βαθμός μάλιστα της δυναμικότητας των νομοθετικών μέτρων κατά των αρχαίων θρησκειών που εφαρμόστηκαν κυρίως στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, εξαρτιόταν άμεσα από τις προσωπικές θρησκευτικές πεποιθήσεις του εκάστοτε αυτοκράτορα[4] και τις ανάλογες επιρροές που δεχόταν από τον εκκλησιαστικό περίγυρο.
Έτσι από τον εκκλησιαστικό ιστοριογράφο και προσωπικό βιογράφο του Μ.Κωνσταντίνου Ευσέβιο, πληροφορούμαστε πως ο σπουδαίος αυτός αυτοκράτορας ανέγειρε στην Κωνσταντινούπολη τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες, μολονότι ούτε ο ίδιος ως άτομο ούτε και η νεοϊδρυθείσα πόλη ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, δεν είχαν ακόμα αποκτήσει μία ξεκάθαρη θρησκευτική ταυτότητα. Ο Κωνσταντίνος διατηρώντας τον ειδωλολατρικό τίτλο του pontifex maximus, θα τεθεί επικεφαλής στην Α΄ οικουμενική σύνοδο και θα παραχωρήσει ειδικά προνόμια και προστασία στον κλήρο που βρισκόταν εντός και εκτός των βυζαντινών συνόρων. Παράλληλα μέσω νομικών κυρώσεων, θα επιβάλλει τη σταδιακή μείωση επικίνδυνων ειδωλολατρικών πρακτικών, όπως της ιδιωτικής μαγείας και της μαντικής, ενώ από το 330 και έπειτα θα προχωρήσει στη δήμευση της περιουσίας των εθνικών και της απογύμνωσης των ιερών τους από τα αγάλματα. Σε παρόμοιο και αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο θα κινηθούν αργότερα και οι γιοι του Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος Β΄και Κώνσταντας[5].
Το πισωγύρισμα στην ειδωλολατρεία που σημειώθηκε με την αναρρίχηση του Ιουλιανού στον αυτοκρατορικό θώκο από το 361 έως το 363, αποτέλεσε μόνο μία μικρή παύση στην καθολική προσπάθεια εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας. Παρόλα αυτά λειτούργησε ως κώδωνας κινδύνου προς τους συνεχιστές του θρόνου ώστε να ακολουθήσουν μία προσεκτικότερη πολιτική στο ζήτημα των εθνικών. Για μία δεκαπενταετία περίπου, οι αυτοκράτορες Βάλης και Βαλεντιανός ,θα εμφανιστούν ανεκτικότεροι ως προς τους ειδωλολάτρες ,διατηρώντας το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των λατρειών. Αυτή όμως η στάση ανοχής τελειώνει στα τέλη του 4ου αιώνα με τους Γρατιανό και Θεοδόσιο[6].
Ο Γρατιανός, αποποιούμενος τον τίτλο του pontifex maximus, διαχωρίζει την ειδωλολατρεία από το κράτος με την αφαίρεση των εθνικών σημάτων από το ρωμαϊκό βουλευτήριο και της έγγειας ιδιοκτησίας από τους ναούς ενώ παράλληλα καταργεί το μισθό των ειδωλολατρών ιερέων και ιερειών, απαγορεύοντάς τους ταυτόχρονα το δικαίωμα της κληρονομικής μεταβίβασης. Ο Θεοδόσιος από την πλευρά του, επισημοποιεί οριστικά την χριστιανική θρησκεία το 380 ενώ τέσσερα χρόνια μετά διατάζει το οριστικό κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών μέσω βιαιοπραγιών. Έχοντας εξαρχής βαπτιστεί χριστιανός, ο Θεοδόσιος, υπό την άμεση επιρροή του επισκόπου Αμβροσίου, αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των εθνικών και απαγορεύει την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Εν συνεχεία οι διάδοχοί του αυτοκράτορες θα προβούν σε μία εντονότερη επανάληψη των μέτρων που περιστρέφονταν γύρω από το φλέγον ζήτημα της ειδωλολατρείας, με σκοπό πάντοτε την πλήρη εξάλειψή της. Στην εναγώνια αυτή προσπάθεια, ο Ιουστινιανός το 529, όχι μόνο θα κλείσει την Πλατωνική Ακαδημία των Αθηνών αλλά και θα καταργήσει το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας, επιβάλλοντας την υποχρεωτική βάπτιση των εθνικών, οι οποίοι σε περίπτωση άρνησής τους θα έχαναν την περιουσία τους και θα εξορίζονταν[7].
Καθώς λοιπόν ο καισαροπαπισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας προχωρούσε σε επαναλαμβανόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούσαν τα εκκλησιαστικά ζητήματα , η βυζαντινή Εκκλησία προέταξε με τη σειρά της τα δικά της όπλα εναντίον της ειδωλολατρείας. Ένα από αυτά ήταν η άσκηση βίας εναντίον των ειδωλολατρών και των ναών τους που ακολουθήθηκε από εγκάθετους επισκόπους, χριστιανικές μάζες και μοναχούς. Σχετικά τραγικά παραδείγματα αποτέλεσαν η θανάτωση της νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας κατόπιν υποκινήσεων του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, όπως επίσης και η εκ των θεμελίων καταστροφή του Σεραπείου και των ιερών της Γάζας[8].
Παρόλη όμως την αγριότητα των καιρών, η ρευστότητα που διέκρινε τη βυζαντινή κοινωνία και οι κατά τόπους πολιτισμικές ιδιαιτερότητές της, πρόσφεραν τη δυνατότητα σε αρκετά ήθη και έθιμα της ειδωλολατρείας να εισχωρήσουν και να αφομοιωθούν μέσα στην πίστη και στις τελετουργικές πρακτικές της βυζαντινής Εκκλησίας. Οι πανηγύρεις , η εγκοίμηση, η μαντεία, η μαγεία, η λατρεία και μετακομιδή των λειψάνων παλαιών και νέων μαρτύρων, η παρουσία τόσων πολλών αγίων που συγκρίνεται με αυτή των εθνικών ηρώων και η ταύτιση των ονομάτων τους με αρχαίες σημαντικές θεότητες και δοξασίες, ήταν από τα βασικότερα σημεία συγκερασμού του χριστιανικού και ειδωλολατρικού βιώματος[9].
Η βυζαντινή Εκκλησία αντιλαμβανόμενη πως δεν μπορεί να εμποδίσει με ανάρμοστες μεθόδους , την κατά τα άλλα φυσιολογική μετεξέλιξη της κοινωνίας καθώς και τις αρχέγονες ανθρώπινες αδυναμίες, κατέφευγε συχνά στη συγγραφή συμβιβαστικών ή παραινετικών δοκιμίων όπως ήταν επί παραδείγματι το έργο «περί αιρέσεων» του Ιωάννη Δαμασκηνού του 8ου αιώνα, που κατηγορούσε ως εθνόφρονες τους χριστιανούς που έπρατταν σαν εθνικοί. Από τους κανόνες της Πενθέκτης ή της «εν Τρούλλω συνόδου» του 7ου αιώνα που καταδίκαζαν σε επικριτικό ύφος τη διατήρηση των ειδωλολατρικών εορτών και πρακτικών, πληροφορούμαστε για την από κοινού εναγώνια προσπάθεια κράτους και Εκκλησίας να επιλύσουν οριστικά το εν λόγω ζήτημα[10]. Επίσης η συγγραφή των βίων των Αγίων και των ασκητών της ερήμου, αν και πολλές φορές ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας, τουλάχιστον επικεντρωνόταν στην έξωθεν θεία παρέμβαση και διδαχή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπιστεί καταλυτικά το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός καινοφανούς πολυθεϊστικού σχήματος, καθώς ο εξανθρωπισμός των εξεχόντων αυτών ηρώων της πίστης ,τους κατέτασσε αυτόματα σε απλούς μόνο φορείς του Λόγου και της Δύναμης του Θεού και όχι σε ανεξάρτητες θεότητες[11].
Ο 7ος αιώνας τελικά θα συναντήσει τον χριστιανισμό διαδεδομένο και κυρίαρχο σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, έχοντας παραγκωνίσει οριστικά τη δύναμη και τον κίνδυνο της ειδωλολατρείας και των οπαδών της[12]. Παρόλο το διαγραφόμενο θρίαμβο της βυζαντινής πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας με την φαινομενική επίτευξη του ομόδοξου, οι πάμπολλες διενέξεις και αιρέσεις που θα ενσκήψουν στα σπλάχνα της Εκκλησίας από τα πρώτα κιόλας χρόνια της παρουσίας της, θα κλονίσουν σύγκορμο το οικοδόμημά της.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ-ΕΡΙΔΩΝ
Το πρόβλημα των αιρέσεων προβάλλεται εντονότερα στους κόλπους της Εκκλησίας από τη στιγμή που επέρχεται με τον Μ।Κωνσταντίνο η συμφιλίωση του χριστιανισμού με τη ρωμαϊκή πολιτεία. Οι αιτίες που προκάλεσαν την εμφάνιση αυτού του φαινομένου αναζητούνται αφενός μεν στις ορθόδοξες αρχές της χριστιανικής πίστης που απαγόρευαν την πολυφωνία στο δόγμα, αφετέρου δε στην πολιτισμική διαφοροποίηση μεταξύ της φιλελεύθερης ελληνορωμαϊκής στοχαστικής αντίληψης και της άκαμπτης κληρονομημένης ασιατικής νοοτροπίας των επαρχιών της ανατολικής Μεσογείου
[13]. Αφορμές για το ξέσπασμα των αιρέσεων αποτέλεσε κατά αρχάς το τριαδολογικό ζήτημα του 4ου αιώνα ενώ από τον 5ο αιώνα και μετά, θα τεθούν τα ζητήματα της δισυπόστατης φύσης και του θελήματος του Χριστού[14].
Το τριαδολογικό ζήτημα που περιστρεφόταν γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας θα τεθεί από τον πρεσβύτερο Αλεξανδρείας Άρειο, ο οποίος υποστήριζε ότι ο Ιησούς αποτελούσε κτίσμα του Θεού. Ο αρειανισμός που θα διαδοθεί ταχύτατα από την Παλαιστίνη έως τη Βιθυνία, θα προκαλέσει ιδιαίτερη αναστάτωση στις ανατολικές επαρχίες με αποτέλεσμα να κινήσει την άμεση αντίδραση του Κωνσταντίνου. Ο αυτοκράτορας με την ιδιότητα του μέγα αρχιερέα θα συγκαλέσει άμεσα την Α΄ οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια το 325[15]. Η σύνοδος αποτελούσε ένα εκκλησιαστικό συνέδριο-δικαστήριο υψηλόβαθμων κληρικών που θα συνδιαλέγονταν και θα συναποφάσιζαν, με την χρήση χωρίων της Αγίας Γραφής και κειμένων των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, τους τρόπους αντιμετώπισης των αιρέσεων και της θέσπισης κανόνων πειθαρχικού δικαίου[16]. Με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως, η σύνοδος της Νίκαιας θα αποκηρύξει τον αρειανισμό και θα καθιερώσει την επίσημη ομολογία πίστης της χριστιανικής Εκκλησίας. Η Β΄ οικουμενική σύνοδος της Κωνσταντινούπολης το 381 υπό το Θεοδόσιο Α΄, θα καταδικάσει αυτή την φορά την αίρεση του Μακεδονίου που έθετε υπό αμφισβήτηση την κτίση του Αγίου Πνεύματος ενώ ταυτόχρονα θα αποσαφήνιζε κάποιες αόριστες διατυπώσεις στο Σύμβολο της Πίστεως[17].
Η δισυπόστατη φύση του Χριστού θα απασχολήσει την Γ΄οικουμενική σύνοδο της Εφέσου το 431 εξαιτίας της εμφάνισης της Συριακής προελεύσεως αίρεσης του Νεστορίου, η οποία υποστήριζε το διαχωρισμό του Ιησού σε άνθρωπο και σε Υιό του Θεού. Σε αντιδιαστολή με το νεστοριανισμό, ο μονοφυσιτισμός των αλεξανδρινών θα υποστηρίξει την ένωση των δύο φύσεων του Θεανθρώπου σε μία και συγκεκριμένα στη Θεία. Η Δ΄οικουμενική σύνοδος της Χαλκηδόνας το 451 επί αυτοκράτορα Μαρκιανού, θα αποτελέσει την κοινή συσπείρωση των εκπροσώπων της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης με τη διατύπωση του δόγματος της αδιαιρέτου και ασυγχύτου φύσεως του Θεανθρώπου. Η ταυτόχρονη καταδίκη όμως των δύο αναφερομένων αιρέσεων θα σημάνει συγχρόνως και την αποσκίρτηση των ανατολικών επαρχιών από την κηδεμονία της Κωνσταντινούπολης, καταδεικνύοντας εμμέσως το βαθύ πολιτισμικό χάσμα που υπέβοσκε ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους. Η προσπάθεια επαναφοράς των επαρχιών στην μητροπολιτική εξουσία μέσω του Ενωτικού που εξέδωσε το 482 ο αυτοκράτορας Ζήνων με τη βοήθεια του Ακακίου όξυνε ακόμα περισσότερο το βαρύ κλίμα, αφού μεταξύ των μονοφυσιτών και των διφυσιτών, προστέθηκαν πλέον και οι οπαδοί του συμβιβασμού[18].
Στην ήδη τεταμένη κατάσταση, ο θρησκευτικός ζηλωτισμός του Ιουστινιανού, θα αποκλείσει πανομοιότυπα με τους εθνικούς και τους αιρετικούς από την ανάληψη οποιοδήποτε τιμητικού αξιώματος ή άσκησης δημοσίου λειτουργήματος. Εκτός των άλλων η σύγκλιση της Ε΄ οικουμενικής συνόδου της Κωνσταντινούπολης το 553 και η καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων που αφορούσαν συγγράμματα μονοφυσιτών και διφυσιτών, θα ελαχιστοποιήσει τις όποιες ελπίδες απέμεναν για επαναπροσέγγιση της μονοφυσιτικής Ανατολής[19].
Αντιθέτως με τα προσδοκώμενα, η εμφάνιση του μονοθελητισμού θα εξωθήσει στα άκρα την αντιπαράθεση ανάμεσα στην πρωτεύουσα και τις ανατολικές επαρχίες . Ο μονοθελητισμός πέρα από τις αντιλήψεις του για το ζήτημα του θελήματος του Χριστού, προσπάθησε να συμβιβάσει κατά κάποιον τρόπο τις δύο αντικρουόμενες πλευρές. Το μόνο που πέτυχε τελικά ήταν να δημιουργήσει μεγαλύτερες εκκλησιαστικές έριδες οδηγώντας στη σύγκλιση της ΣΤ΄οικουμενικής συνόδου στην Κωνσταντινούπολη το 680/681 από τον Κωνσταντίνο Δ΄ όπου και θα διατυπωνόταν το ορθό δόγμα των δύο θελήσεων και ενεργειών του Ιησού[20].
Η Ζ΄ και τελευταία οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας που θα συγκληθεί με την προτροπή της Ειρήνης της Αθηναίας, έρχεται να θέσει την αρχή του τέλους στο νέο σοβαρό ζήτημα της εικονομαχίας που είχε εμφανιστεί κατά την πρώτη τριακονταετία του 8ου αιώνα. Η εικονομαχική κρίση προήλθε από το σημαίνοντα ρόλο που είχε αποδώσει η βυζαντινή Εκκλησία στις εικόνες, καθώς με την αποτύπωση των άγιων μορφών της χριστιανοσύνης, ανυψωνόταν το κύρος της δημόσιας και ιδιωτικής λατρείας και ενδυναμωνόταν η χριστιανική διδαχή των πιστών[21]. Η εικονολατρεία, που πολλές φορές είχε ξεπεράσει τα επιτρεπτά όρια της απλής προσκύνησης του εικονιζόμενου προσώπου, έτυχε ιδιαίτερης υποστήριξης από τον μοναχισμό, ο οποίος με τη σειρά του είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε μία από τις σπουδαιότερες και βαρύνουσες τάξεις της βυζαντινής κοινωνίας, με σημαίνοντα πολιτικοοικονομικά πρόσωπα ενταγμένα στους κόλπους του[22].
Τα τυχαία όμως καταστροφικά γεωφυσικά φαινόμενα και ο επερχόμενος αραβικός κίνδυνος, θα αποτελούσαν μία καλή αφορμή για τον Λέοντα Γ΄ ώστε να συνδέσει τα γεγονότα αυτά με τη θεία οργή έναντι των εικονολατρών χριστιανών. Ο Λέων που καταγόταν από τη Συρία, μία περιοχή δηλαδή με άμεσες επιρροές από τον ανεικονικό ασιατικό κόσμο, θα χάραζε την εικονομαχία ως την επίσημη πολιτική της αυτοκρατορικής αυλής. Σε αυτή την πολιτική θα αντισταθεί ο μοναχός Ιωάννης Δαμασκηνός, συγγράφοντας τους τρεις λόγους «Υπέρ των εικόνων», ώστε να συνδέσει ευθαρσώς την εικονιστική απόδοση του Χριστού με το δόγμα της ενσάρκωσης του Θεού. Η εικονομαχική στάση της αυλής θα σκληρύνει με την άνοδο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ ο οποίος μετά τη σύνοδο της Ιέρειας στο Βόσπορο το 754, θα κατοχυρώσει και δογματικά το ανεικονικό του πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να καταφερθεί μανιωδώς εναντίον του μοναχισμού και των εικονόφιλων προκαλώντας άγριους διωγμούς, βίαιους θανάτους και αποσχηματισμούς μοναχών[23].
Η καταστολή της εικονομαχίας – μοναχομαχίας από την Ζ΄οικουμενική σύνοδο και η νίκη του μοναχισμού και των εικόνων, θα διακοπεί ξανά το 813 από το Λέοντα Ε΄ τον Αρμένιο, ο οποίος θα επαναφέρει στο προσκήνιο την εικονομαχική πολιτική. Η δεύτερη εικονομαχία θα τερματιστεί οριστικά το 842 με το θάνατο του Θεόφιλου. Η τελική αποκατάσταση των εικόνων από τη Θεοδώρα και τον πατριάρχη Μεθόδιο, σηματοδότησε έναν ακόμα θρίαμβο της πολιτισμικής ελληνορωμαϊκής παράδοσης έναντι της ασιατικής. Επίσης ενίσχυσε την Ορθοδοξία ενώ φανέρωσε την αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να χειραγωγήσει την Εκκλησία[24].
Μετά τη λήξη της εικονομαχίας και την αντιμετώπιση όλων των θρησκευτικών ζητημάτων που είχαν προηγηθεί, θα πίστευε κανείς πως είχε φτάσει επιτέλους η στιγμή για την Εκκλησία να απολαύσει μία μακρά περίοδο γαλήνης και ευημερίας[25]. Ωστόσο ένα νέο ζήτημα και ίσως το σημαντικότερο από όλα τα παρελθόντα, θα προκαλούσε την μεγαλύτερη αναστάτωση και τριγμούς στον χριστιανικό κόσμο . Το ζήτημα αυτό δεν ήταν άλλο παρά από την εκκλησιαστική αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ
Η Κωνσταντινούπολη μολονότι αποτελούσε το ισχυρό πολιτικοοικονομικό και πολιτισμικό κέντρο της αναγεννημένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από πολύ νωρίς θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα εύρεσης θεολογικών αποδείξεων που θα εξασφάλιζαν μία ιδιαίτερη θέση στο νεοσύστατο Πατριαρχείο της, έναντι των παλαιοτέρων. Αντιθέτως η Ρώμη, αν και βρισκόταν σε πολιτικοοικονομική και πολιτισμική κατάπτωση, διακήρυττε με περίσσιο ζήλο την αυθεντικότητα και τα πρωτεία της εκκλησιαστικής της έδρας που έχαιρε πλήρους νομιμότητας και θείας προέλευσης χάρη στο θεμελιωτή της απόστολο Πέτρο. Έτσι για τη δυτική Εκκλησία, ο πάπας, ως γνήσιος συνεχιστής του έργου του Πέτρου, ήταν ο de facto αρμόδιος να επιλύει τα ζητήματα που αφορούσαν το δόγμα και την εύρυθμη εκκλησιαστική λειτουργία ενώ στην ανατολική Εκκλησία, οι οικουμενικές σύνοδοι ήταν αυτές που διασφάλιζαν και τεκμηρίωναν τις δογματικές αντιλήψεις[26].
Επιπλέον ο εξαρχής διαχωρισμός της βυζαντινής αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα, η εγκαθίδρυση του οστρογοτθικού βασιλείου στη Δύση στα τέλη του 5ου αιώνα, η προσωρινή επανάκτηση και εν συνεχεία η εμφάνιση των Λογγοβάρδων και των Σλάβων, θα διευρύνουν πολύ περισσότερο τις αντιθέσεις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, παρόλο που τα εκκλησιαστικά ζητήματα της παλαιάς πρωτεύουσας εξαρτιόνταν έως και τα μέσα του 8ου αιώνα, από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Μάλιστα οι συνεχείς εδαφικές ανακατατάξεις στη δυτική αυτοκρατορία τον 6ο αιώνα και η νέα διοικητική διαίρεση των επαρχιών που επακολούθησε ,θα θέσουν καινούργια ζητήματα σχετικά με τη δικαιοδοσία της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης σε Εκκλησίες όπως του Ιλλυρικού και της Ιταλίας[27]. Μία ακόμα ανομοιομορφία επίσης που προστέθηκε ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ήταν η διαφορετικότητα της γλώσσας και της ιδιοσυγκρασίας των λαών. Στο Βυζάντιο επικράτησαν τα ελληνικά και η βαθιά φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων που πήγαζε από την αρχαιοελληνική παράδοση, ενώ στη Δύση διατηρήθηκαν τα λατινικά και η απολυταρχική δικανική προσέγγιση των ζητημάτων[28].
Αναλύοντας τις σπουδαιότερες θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, θα συναντήσουμε τη Δ΄οικουμενική σύνοδο της Χαλκηδόνας του 451 να προκαλεί την πρώτη αναστάτωση στην παπική έδρα, εξαιτίας του 28ου κανόνα της που αναγνώριζε την ισότιμη θέση των Πατριαρχείων Ρώμης και Κωνσταντινούπολης. Λίγα χρόνια αργότερα, η επιθετική στάση του πάπα Φήλιξ κατά της συμβιβαστικής γραμμής του Ενωτικού του 482, θα δημιουργούσε ένα πρώτο σχίσμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής διάρκειας τριάντα ετών, χωρίς όμως ποτέ αυτό να γίνει αντιληπτό από το λαό και τον κατώτερο κλήρο[29]. Στη συνέχεια η μονοθελητική έριδα, θα οδηγήσει στη σύγκλιση της συνόδου του Λατερανού στη Ρώμη το 649 με επικεφαλής τον πάπα Μαρτίνο, μέσω της οποίας θα καταδικαζόταν η βυζαντινή αυτοκρατορική ανοχή έναντι των νέων δογμάτων .Το ζήτημα όμως αυτό σε ελάχιστο διάστημα θα διευθετούταν από τον Κωνσταντίνο Δ΄ και τις ορθές δογματικές τοποθετήσεις της ΣΤ΄οικουμενικής συνόδου του 680/681, χωρίς περαιτέρω συνέχεια[30]. Ανάλογη πορεία κατά τον ένατο αιώνα θα έχει και η μη αναγνώριση από τον πάπα Νικόλαο Ι του λαϊκού Φωτίου ο οποίος με συνοπτικές διαδικασίες, θα αναρριχούταν στη θέση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως εφαρμόζοντας παράλληλα το πρόγραμμα εκχριστιανισμού των Σλάβων κατά τα βυζαντινά πρότυπα . Η μετέπειτα διεκδίκηση της βουλγαρικής Εκκλησίας από τη Ρώμη σύντομα θα ωθούσε τον Φώτιο, με ανάλογες επιθετικές διαθέσεις, σε σύγκλιση συνόδου το 867 στην Κωνσταντινούπολη ώστε να καταδικαστεί επίσημα η παπική Εκκλησία για την προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως[31]. Όμως ο θάνατος του Νικολάου Ι και η ανάρρηση της δυναστείας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων όχι απλά θα αποκαθιστούσε τις πολιτικές και θρησκευτικές επαφές μεταξύ Ανατολής και Δύσης αλλά και θα αποδείκνυε πως το λεγόμενο Φωτίειο σχίσμα, είχε κατά κύριο λόγο προκληθεί από την προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανώτατων ιεραρχών[32].
Χρονικά το οριστικό σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης θα τοποθετηθεί το 1054. Αφορμές θα σταθούν το γνωστό θέμα του filioque, η χρήση του ένζυμου και άζυμου άρτου κατά τη Θεία Ευχαριστία, το αγένειο των λατίνων ιερέων , ο γάμος των Ορθοδόξων κληρικών και η ρωμαϊκή νηστεία του Σαββάτου. Τυπικά χαρακτηριστικά δηλαδή γνωρίσματα των τελετουργιών και του τρόπου ζωής της δυτικής και ανατολικής Εκκλησίας που ήταν γνωστά για καιρό, χωρίς όμως έως τότε να έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις. Οι αιτίες που διόγκωσαν την κρίση το 1054 θα πρέπει να αναζητηθούν τόσο στην υπέρμετρη φιλοδοξία και αδιαλλαξία που διέκριναν τον πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλλάριο και τον πάπα Λέοντα Θ΄ όσο και στην πολιτική αβουλία που επεδείκνυε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος[33]. Σε μία κρίσιμη μάλιστα χρονική στιγμή για την εδαφική ακεραιότητα του Βυζαντίου, με τους Νορμανδούς και τους Τούρκους να παραμονεύουν προ των πυλών, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Λατίνων και Βυζαντινών για τα εκκλησιαστικά έθιμα θα κατέληγαν σε εκατέρωθεν αφορισμούς μεταξύ πάπα και πατριάρχη καθώς και στη σύσσωμη αντίδραση της βυζαντινής κοινωνίας, η οποία είχε προσβληθεί από την προκλητική στάση των παπικών απεσταλμένων στην Αγία Σοφία[34].
Το σχίσμα του 1054 αποδείχθηκε πως θα αποτελούσε απλά την αρχή του κακού. Η αποδυνάμωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά την ήττα του 1071, η κυριαρχία των Βενετών στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, ο άκρατος δυτικός καισαροπαπισμός και η εμφάνιση των Σταυροφόρων θα επιδείνωναν την αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Λατίνους της Δ΄ Σταυροφορίας και οι ανυπολόγιστες καταστροφές που ακολούθησαν ,ενέτειναν τα αντιδυτικά συναισθήματα της βυζαντινής κοινωνίας. Όσο και εάν προσπάθησε κατά την Ύστερη περίοδο η δυναστεία των Παλαιολόγων, του συρρικνωμένου πια Βυζαντίου, να κινηθεί σε μία φιλενωτική πολιτική με τη Δύση μέσω των συνόδων της Λυών και της Φερράρας-Φλωρεντίας, λαός και κλήρος θα αντισταθούν σθεναρά εναντίον της. Ανάμεσα σε αυτή την περιρρέουσα και έκρυθμη κατάσταση θα έλθει να προστεθεί το κίνημα των ησυχαστών με σημαντικότερο εκπρόσωπό του, τον Γρηγόριο Παλαμά[35].
Οι αγιορείτες ησυχαστές, προσκολλημένοι στην παραδοσιακή ζωή των μοναχών της Ανατολής, θα αποτελέσουν τη νέα θρησκευτική έριδα του 14ου αιώνα όχι μόνο μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης αλλά και εντός της βυζαντινής Εκκλησίας. Ο ιδιότυπος τρόπος άσκησής τους θα κατακριθεί από το δυτικό λόγιο μοναχό Βαρλαάμ Καλαβρό ως σκοτεινή μορφή δεισιδαιμονίας ενώ από την πλευρά των βυζαντινών, οι θεολόγοι Γρηγόριος Ακίνδυνος και Νικηφόρος Γρηγοράς, θα καταφερθούν εναντίον του κινήματος του ησυχασμού. Η τελευταία αυτή έριδα θα κλείσει με την ανακήρυξη του Παλαμά σε άγιο, τη νίκη του μοναχισμού και την καταδίκη των αντιπαλαμικών με τρεις διαδοχικές συνόδους του 1347, 1351 και 1368 αντίστοιχα[36].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μετά και τη σύντομη ανασκόπηση στις πηγές που αφορούν την εκκλησιαστική και θρησκευτική ζωή των Βυζαντινών ,συμπεραίνουμε πως ο έντονος καισαροπαπισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας που σημειώθηκε κατά την πρώιμη περίοδο αποδείχτηκε ιδιαίτερα καταλυτικός στο ζήτημα της ειδωλολατρείας, καθότι στόχευε στην επίτευξη της ενότητας των πληθυσμών της βυζαντινής επικράτειας υπό το πνεύμα της αδελφοσύνης και της φιλανθρωπίας που διακήρυττε η χριστιανική διδασκαλία. Από την πλευρά της η βυζαντινή Εκκλησία, αν και τελικά αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να απορροφήσει αρκετά ειδωλολατρικά στοιχεία στα εθιμοτυπικά της εντούτοις, άλλοτε δια της βίας και άλλοτε δια ειρηνικών τρόπων ,προσπάθησε με τη σειρά της να ενισχύσει την εδραίωση και τη διάδοση του χριστιανισμού .
Κατόπιν του θριάμβου έναντι της ειδωλολατρείας, ζητήματα τριαδολογικού και χριστολογικού περιεχομένου όπως και της εικονιστικής αποτύπωσης των αγίων μορφών θα αναδυθούν στην επιφάνεια αποτελώντας την αφορμή δημιουργίας πολλών αιρέσεων και θρησκευτικών ερίδων, προερχομένων κυρίως από τις διαφοροποιημένες πολιτισμικά ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου. Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας μέσω των οικουμενικών συνόδων, η διατύπωση του ορθού δόγματος, η καταδίκη των θρησκευτικών αποκλίσεων και των αντιπαραθέσεων αλλά και η κληρονομημένη ελληνορωμαϊκή παράδοση, θα διατηρήσουν εν τέλει αλώβητη και πλήρως ενδυναμωμένη τη βυζαντινή Εκκλησία.
Η ηρεμία στα θρησκευτικά ζητήματα θα διαταραχτεί στη συνέχεια από τις βαθιές πολιτικοκοινωνικές, γεωγραφικές και πολιτισμικές αντιθέσεις μεταξύ του ανατολικού και δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας προκαλώντας ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες ανάλογες θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες τουλάχιστον μέχρι και τον 10ο αιώνα, θα περιορισθούν αρχικά μεταξύ των εκπροσώπων της ανώτατης πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας . Από τον 11ο όμως αιώνα έως και το 1453, η επιταχυνόμενη καταρράκωση του Βυζαντίου, ο καισαροπαπισμός των δυτικών θρησκευτικών ηγετών ,η μισαλλοδοξία των βυζαντινών πατριαρχών, οι εκκλησιαστικές τελετουργικές διαφοροποιήσεις, ακόμα και η εμφάνιση του ησυχαστικού κινήματος, θα προκαλέσουν την άμεση ανάμειξη λαού και κλήρου, γεγονός που θα οδηγήσει στο οριστικό σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης βυζαντινής και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Cameron, Α. Οι Βυζαντινοί. Μτφρ. Γ.Τζήμας. Αθήνα 2009.


Ευθυμιάδης, Σ. «Ο βυζαντινός θρησκευτικός βίος» στο Σ.Ευθυμιάδης κ.α. Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια. Τόμος Β΄ Πάτρα 2001.


Morrisson, C. «Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641)» στο: Α.Μυλωνοπούλου (επιμ.) Ο Βυζαντινός Κόσμος. Μτφρ.Α.Καραστάθη. Τόμος Ι Αθήνα 2007.

Runciman, स. Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα .Μτφρ Χρ.Μακρόπουλος. Αθήνα 2008 .


[1] C.Morrisson, «Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641)», στο:Α.Μυλωνοπούλου (επιμ.) Ο Βυζαντινός Κόσμος, μτφρ.Α.Καραστάθη, Τόμος Ι (Αθήνα 2007) σελ 129.
[2] Στο ίδιο, σελ.128.
[3] Σ.Ευθυμιάδης, «Ο βυζαντινός θρησκευτικός βίος» στο Σ.Ευθυμιάδης κ.α, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια, τόμος Β΄(Πάτρα 2001) σελ.206.
[4] A.Cameron, Οι Βυζαντινοί, μτφρ. Γ.Τζήμας ( Αθήνα 2009 ) σελ.118.
[5] C.Morrisson, ό.π. σελ.129.
[6] Στο ίδιο, σελ.130.
[7] Στο ίδιο, σ.σ.. 130-131.
[8] Στο ίδιο, σελ. 132.
[9] Σ.Ευθυμιάδης, ό.π. σελ. 256.
[10] Στο ίδιο, σ.σ.. 260-262.
[11] Στο ίδιο ,σ.σ.. 258-259.
[12] Στο ίδιο, σελ. 257.
[13] Στο ίδιο, σ.σ.. 210-211.
[14] Στο ίδιο, σ.σ.. 212-216.
[15] Στο ίδιο, σ.σ.. 212-213.
[16] Στο ίδιο, σ.σ.. 211-212.
[17] Στο ίδιο, σ.σ.. 212-213.
[18] Στο ίδιο, σ.σ.. 214-215.
[19] Στο ίδιο, σ.σ.. 215-216.
[20] Στο ίδιο, σελ. 216.
[21] Στο ίδιο, σ.σ.. 217-218.
[22] Στο ίδιο, σ.σ.. 213-214.
[23] Στο ίδιο, σ.σ.. 217-218.
[24] Στο ίδιο, σ.σ.. 218-219.
[25] Στο ίδιο, σελ. 219.
[26] C.Morrisson, ό.π. σ.σ.. 204-206.
[27] Στο ίδιο,σ.σ.. 206-207.
[28] S.Runciman, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα ,μτφρ Χρ.Μακρόπουλος ( Αθήνα 2008 ) σελ. 240.
[29] Σ.Ευθυμιάδης , ό.π. σελ. 215.
[30] Στο ίδιο, σελ. 216.
[31] Στο ίδιο, σελ.219.
[32] S.Runciman, ό.π. σ.σ.. 43-47.
[33] Σ.Ευθυμιάδης , ό.π. σελ. 220.
[34] S.Runciman, ό.π. σ.σ.. 234-235.
[35] Σ.Ευθυμιάδης , ό.π. σελ.220.
[36] Στο ίδιο, σελ.220.