ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ - TRANSLATION

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΕΩΣ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΠΗΓΕΣ

Το εν λόγω δημοσίευμα έχει μεταφερθεί αυτούσιο από την προσωπική μου προπτυχιακή εργασία που παρέδωσα κατά τη διάρκεια παρακολούθησης της ΘΕ ΕΛΠ20 του ΕΑΠ για το ακαδημαϊκό έτος 2009- 2010.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ποικίλες βυζαντινές πηγές πληροφόρησης όπως τα αγιολογικά κείμενα , η εκκλησιαστική ιστοριογραφία και τα κτητορικά Τυπικά, έρχονται να μας προσφέρουν σήμερα μία πλειάδα στοιχείων που σχετίζονται με τη δράση και το βίο των αγίων, την καθημερινή ζωή του βυζαντινού κλήρου, των λαϊκών και των μοναστικών κοινοβίων καθώς και των κυριοτέρων εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικο-θρησκευτικών ζητημάτων που ταλάνισαν επί μακρόθεν τη βυζαντινή Εκκλησία.
Με αφορμή τα αναφερόμενα και έχοντας ως γνώμονα την αντικειμενική αξιοποίηση αυτών των πηγών, καθότι αρκετές φορές κατακρίθηκαν για την μονομερή τους τοποθέτηση, σκοπός της εργασίας μας στην πρώτη ενότητα είναι να καταδείξουμε τους μηχανισμούς καταπολέμησης που χρησιμοποιήθηκαν τόσο από την Εκκλησία όσο και από την πολιτική ηγεσία, ώστε να μεταβεί ο βυζαντινός κόσμος από την ειδωλολατρεία στον χριστιανισμό. Στη δεύτερη ενότητα, θα αναλύσουμε τα ζητήματα των αιρέσεων και των θρησκευτικών ερίδων ,της διατύπωσης του ορθού δόγματος, των οικουμενικών συνόδων και του ρόλου που διαδραμάτισε η αυτοκρατορική εξουσία. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, θα αναζητήσουμε τις αντιθέσεις και τις εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις Ανατολής και Δύσης που είχαν ως αποτέλεσμα να επιφέρουν την τελική ρήξη μεταξύ της Ορθόδοξης Βυζαντινής και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑΣ
Το πέρασμα του βυζαντινού κόσμου από την ειδωλολατρεία στον χριστιανισμό δεν ήταν ακαριαίο. Η πορεία προς τη νέα θρησκεία είχε ήδη ξεκινήσει περίπου τρεις αιώνες πριν από τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, με τους οπαδούς της να βιώνουν τακτικά το μένος και την αγριότητα της ειδωλολατρικής ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εξουσίας. Η αναστροφή του αρνητικού κλίματος για τους χριστιανούς ξεκινάει στις αρχές του 4ου αιώνα, μετά και την παύση του Μεγάλου Διωγμού των Διοκλητιανού και Γαλερίου και της αποκατάστασης της ελευθεριότητας των λατρειών με το «έδικτον των Μεδιολάνων» των Κωνσταντίνου και Λικινίου το 313[1]. Το αποφασιστικό όμως βήμα για την επίσημη αναγνώριση και εγκαθίδρυση της νέας θρησκείας από τη ρωμαϊκή πολιτική εξουσία, γίνεται με τη μοναδική επικράτηση του Κωνσταντίνου στο ανώτατο αυτοκρατορικό αξίωμα, ο οποίος εισήγαγε μία σειρά μέτρων που όχι απλά θα στήριζαν και θα ενδυνάμωναν τον χριστιανισμό αλλά και θα αποτελούσαν την αφετηρία ενός αμείλικτου αγώνα εναντίον της ειδωλολατρείας.
Η ξαφνική απάρνηση της εθνικής θρησκείας από την αυτοκρατορική εξουσία δεν ήταν διόλου τυχαία. Το πολύμορφο κράμα των αρχαίων ελληνορωμαϊκών θρησκειών και των κατά τόπων διαφόρων λατρειών, είχε προ πολλού αρχίσει να εμφανίζει σημάδια παρακμής, κορεσμού και έντονου ιδιωτισμού. Αντιθέτως, οι μύστες του χριστιανισμού, καθοδηγούμενοι από τη γοητευτική εικόνα του Ιησού και της διδασκαλίας του, που απέπνεε έναν αυστηρό μονοθεϊσμό, θα προσπαθήσουν να ακολουθήσουν μία υψηλή πνευματική και ηθική ζωή διανθισμένη από αγάπη , αδελφοσύνη και φιλανθρωπία. Οι χριστιανοί, συσπειρωμένοι γύρω από τον επίσκοπο της περιοχής τους δημιουργούν κλήρο ,εκκλησία και μοναχούς, συμπροσεύχονται δημόσια, αποκτούν μάρτυρες της πίστης και επιτυγχάνουν να ενώσουν και να εναρμονίσουν τη θρησκεία τους, τόσο με τις κληρονομημένες αρχές του ελληνικού πολιτισμού όσο και με τις κοινωνικές επιταγές της εποχής τους[2].
Το υποσχόμενο όραμα της πολυπόθητης ενότητας των λαών, θα αποτελούσε και τη βασική αιτία που ο Κωνσταντίνος αρχικά αλλά και οι διάδοχοί του στη συνέχεια, θα θελήσουν μέσω της εισαγωγής και της επισημοποίησης της χριστιανικής θρησκείας στο Βυζάντιο να δημιουργήσουν εντός της αυτοκρατορίας, μία ανάλογη πολιτικοκοινωνική συνοχή μεταξύ των αλλόφυλων υπηκόων της[3]. Ο βαθμός μάλιστα της δυναμικότητας των νομοθετικών μέτρων κατά των αρχαίων θρησκειών που εφαρμόστηκαν κυρίως στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, εξαρτιόταν άμεσα από τις προσωπικές θρησκευτικές πεποιθήσεις του εκάστοτε αυτοκράτορα[4] και τις ανάλογες επιρροές που δεχόταν από τον εκκλησιαστικό περίγυρο.
Έτσι από τον εκκλησιαστικό ιστοριογράφο και προσωπικό βιογράφο του Μ.Κωνσταντίνου Ευσέβιο, πληροφορούμαστε πως ο σπουδαίος αυτός αυτοκράτορας ανέγειρε στην Κωνσταντινούπολη τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες, μολονότι ούτε ο ίδιος ως άτομο ούτε και η νεοϊδρυθείσα πόλη ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, δεν είχαν ακόμα αποκτήσει μία ξεκάθαρη θρησκευτική ταυτότητα. Ο Κωνσταντίνος διατηρώντας τον ειδωλολατρικό τίτλο του pontifex maximus, θα τεθεί επικεφαλής στην Α΄ οικουμενική σύνοδο και θα παραχωρήσει ειδικά προνόμια και προστασία στον κλήρο που βρισκόταν εντός και εκτός των βυζαντινών συνόρων. Παράλληλα μέσω νομικών κυρώσεων, θα επιβάλλει τη σταδιακή μείωση επικίνδυνων ειδωλολατρικών πρακτικών, όπως της ιδιωτικής μαγείας και της μαντικής, ενώ από το 330 και έπειτα θα προχωρήσει στη δήμευση της περιουσίας των εθνικών και της απογύμνωσης των ιερών τους από τα αγάλματα. Σε παρόμοιο και αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο θα κινηθούν αργότερα και οι γιοι του Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος Β΄και Κώνσταντας[5].
Το πισωγύρισμα στην ειδωλολατρεία που σημειώθηκε με την αναρρίχηση του Ιουλιανού στον αυτοκρατορικό θώκο από το 361 έως το 363, αποτέλεσε μόνο μία μικρή παύση στην καθολική προσπάθεια εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας. Παρόλα αυτά λειτούργησε ως κώδωνας κινδύνου προς τους συνεχιστές του θρόνου ώστε να ακολουθήσουν μία προσεκτικότερη πολιτική στο ζήτημα των εθνικών. Για μία δεκαπενταετία περίπου, οι αυτοκράτορες Βάλης και Βαλεντιανός ,θα εμφανιστούν ανεκτικότεροι ως προς τους ειδωλολάτρες ,διατηρώντας το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των λατρειών. Αυτή όμως η στάση ανοχής τελειώνει στα τέλη του 4ου αιώνα με τους Γρατιανό και Θεοδόσιο[6].
Ο Γρατιανός, αποποιούμενος τον τίτλο του pontifex maximus, διαχωρίζει την ειδωλολατρεία από το κράτος με την αφαίρεση των εθνικών σημάτων από το ρωμαϊκό βουλευτήριο και της έγγειας ιδιοκτησίας από τους ναούς ενώ παράλληλα καταργεί το μισθό των ειδωλολατρών ιερέων και ιερειών, απαγορεύοντάς τους ταυτόχρονα το δικαίωμα της κληρονομικής μεταβίβασης. Ο Θεοδόσιος από την πλευρά του, επισημοποιεί οριστικά την χριστιανική θρησκεία το 380 ενώ τέσσερα χρόνια μετά διατάζει το οριστικό κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών μέσω βιαιοπραγιών. Έχοντας εξαρχής βαπτιστεί χριστιανός, ο Θεοδόσιος, υπό την άμεση επιρροή του επισκόπου Αμβροσίου, αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των εθνικών και απαγορεύει την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Εν συνεχεία οι διάδοχοί του αυτοκράτορες θα προβούν σε μία εντονότερη επανάληψη των μέτρων που περιστρέφονταν γύρω από το φλέγον ζήτημα της ειδωλολατρείας, με σκοπό πάντοτε την πλήρη εξάλειψή της. Στην εναγώνια αυτή προσπάθεια, ο Ιουστινιανός το 529, όχι μόνο θα κλείσει την Πλατωνική Ακαδημία των Αθηνών αλλά και θα καταργήσει το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας, επιβάλλοντας την υποχρεωτική βάπτιση των εθνικών, οι οποίοι σε περίπτωση άρνησής τους θα έχαναν την περιουσία τους και θα εξορίζονταν[7].
Καθώς λοιπόν ο καισαροπαπισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας προχωρούσε σε επαναλαμβανόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούσαν τα εκκλησιαστικά ζητήματα , η βυζαντινή Εκκλησία προέταξε με τη σειρά της τα δικά της όπλα εναντίον της ειδωλολατρείας. Ένα από αυτά ήταν η άσκηση βίας εναντίον των ειδωλολατρών και των ναών τους που ακολουθήθηκε από εγκάθετους επισκόπους, χριστιανικές μάζες και μοναχούς. Σχετικά τραγικά παραδείγματα αποτέλεσαν η θανάτωση της νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας κατόπιν υποκινήσεων του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, όπως επίσης και η εκ των θεμελίων καταστροφή του Σεραπείου και των ιερών της Γάζας[8].
Παρόλη όμως την αγριότητα των καιρών, η ρευστότητα που διέκρινε τη βυζαντινή κοινωνία και οι κατά τόπους πολιτισμικές ιδιαιτερότητές της, πρόσφεραν τη δυνατότητα σε αρκετά ήθη και έθιμα της ειδωλολατρείας να εισχωρήσουν και να αφομοιωθούν μέσα στην πίστη και στις τελετουργικές πρακτικές της βυζαντινής Εκκλησίας. Οι πανηγύρεις , η εγκοίμηση, η μαντεία, η μαγεία, η λατρεία και μετακομιδή των λειψάνων παλαιών και νέων μαρτύρων, η παρουσία τόσων πολλών αγίων που συγκρίνεται με αυτή των εθνικών ηρώων και η ταύτιση των ονομάτων τους με αρχαίες σημαντικές θεότητες και δοξασίες, ήταν από τα βασικότερα σημεία συγκερασμού του χριστιανικού και ειδωλολατρικού βιώματος[9].
Η βυζαντινή Εκκλησία αντιλαμβανόμενη πως δεν μπορεί να εμποδίσει με ανάρμοστες μεθόδους , την κατά τα άλλα φυσιολογική μετεξέλιξη της κοινωνίας καθώς και τις αρχέγονες ανθρώπινες αδυναμίες, κατέφευγε συχνά στη συγγραφή συμβιβαστικών ή παραινετικών δοκιμίων όπως ήταν επί παραδείγματι το έργο «περί αιρέσεων» του Ιωάννη Δαμασκηνού του 8ου αιώνα, που κατηγορούσε ως εθνόφρονες τους χριστιανούς που έπρατταν σαν εθνικοί. Από τους κανόνες της Πενθέκτης ή της «εν Τρούλλω συνόδου» του 7ου αιώνα που καταδίκαζαν σε επικριτικό ύφος τη διατήρηση των ειδωλολατρικών εορτών και πρακτικών, πληροφορούμαστε για την από κοινού εναγώνια προσπάθεια κράτους και Εκκλησίας να επιλύσουν οριστικά το εν λόγω ζήτημα[10]. Επίσης η συγγραφή των βίων των Αγίων και των ασκητών της ερήμου, αν και πολλές φορές ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας, τουλάχιστον επικεντρωνόταν στην έξωθεν θεία παρέμβαση και διδαχή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπιστεί καταλυτικά το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός καινοφανούς πολυθεϊστικού σχήματος, καθώς ο εξανθρωπισμός των εξεχόντων αυτών ηρώων της πίστης ,τους κατέτασσε αυτόματα σε απλούς μόνο φορείς του Λόγου και της Δύναμης του Θεού και όχι σε ανεξάρτητες θεότητες[11].
Ο 7ος αιώνας τελικά θα συναντήσει τον χριστιανισμό διαδεδομένο και κυρίαρχο σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, έχοντας παραγκωνίσει οριστικά τη δύναμη και τον κίνδυνο της ειδωλολατρείας και των οπαδών της[12]. Παρόλο το διαγραφόμενο θρίαμβο της βυζαντινής πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας με την φαινομενική επίτευξη του ομόδοξου, οι πάμπολλες διενέξεις και αιρέσεις που θα ενσκήψουν στα σπλάχνα της Εκκλησίας από τα πρώτα κιόλας χρόνια της παρουσίας της, θα κλονίσουν σύγκορμο το οικοδόμημά της.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ-ΕΡΙΔΩΝ
Το πρόβλημα των αιρέσεων προβάλλεται εντονότερα στους κόλπους της Εκκλησίας από τη στιγμή που επέρχεται με τον Μ।Κωνσταντίνο η συμφιλίωση του χριστιανισμού με τη ρωμαϊκή πολιτεία. Οι αιτίες που προκάλεσαν την εμφάνιση αυτού του φαινομένου αναζητούνται αφενός μεν στις ορθόδοξες αρχές της χριστιανικής πίστης που απαγόρευαν την πολυφωνία στο δόγμα, αφετέρου δε στην πολιτισμική διαφοροποίηση μεταξύ της φιλελεύθερης ελληνορωμαϊκής στοχαστικής αντίληψης και της άκαμπτης κληρονομημένης ασιατικής νοοτροπίας των επαρχιών της ανατολικής Μεσογείου
[13]. Αφορμές για το ξέσπασμα των αιρέσεων αποτέλεσε κατά αρχάς το τριαδολογικό ζήτημα του 4ου αιώνα ενώ από τον 5ο αιώνα και μετά, θα τεθούν τα ζητήματα της δισυπόστατης φύσης και του θελήματος του Χριστού[14].
Το τριαδολογικό ζήτημα που περιστρεφόταν γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας θα τεθεί από τον πρεσβύτερο Αλεξανδρείας Άρειο, ο οποίος υποστήριζε ότι ο Ιησούς αποτελούσε κτίσμα του Θεού. Ο αρειανισμός που θα διαδοθεί ταχύτατα από την Παλαιστίνη έως τη Βιθυνία, θα προκαλέσει ιδιαίτερη αναστάτωση στις ανατολικές επαρχίες με αποτέλεσμα να κινήσει την άμεση αντίδραση του Κωνσταντίνου. Ο αυτοκράτορας με την ιδιότητα του μέγα αρχιερέα θα συγκαλέσει άμεσα την Α΄ οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια το 325[15]. Η σύνοδος αποτελούσε ένα εκκλησιαστικό συνέδριο-δικαστήριο υψηλόβαθμων κληρικών που θα συνδιαλέγονταν και θα συναποφάσιζαν, με την χρήση χωρίων της Αγίας Γραφής και κειμένων των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, τους τρόπους αντιμετώπισης των αιρέσεων και της θέσπισης κανόνων πειθαρχικού δικαίου[16]. Με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως, η σύνοδος της Νίκαιας θα αποκηρύξει τον αρειανισμό και θα καθιερώσει την επίσημη ομολογία πίστης της χριστιανικής Εκκλησίας. Η Β΄ οικουμενική σύνοδος της Κωνσταντινούπολης το 381 υπό το Θεοδόσιο Α΄, θα καταδικάσει αυτή την φορά την αίρεση του Μακεδονίου που έθετε υπό αμφισβήτηση την κτίση του Αγίου Πνεύματος ενώ ταυτόχρονα θα αποσαφήνιζε κάποιες αόριστες διατυπώσεις στο Σύμβολο της Πίστεως[17].
Η δισυπόστατη φύση του Χριστού θα απασχολήσει την Γ΄οικουμενική σύνοδο της Εφέσου το 431 εξαιτίας της εμφάνισης της Συριακής προελεύσεως αίρεσης του Νεστορίου, η οποία υποστήριζε το διαχωρισμό του Ιησού σε άνθρωπο και σε Υιό του Θεού. Σε αντιδιαστολή με το νεστοριανισμό, ο μονοφυσιτισμός των αλεξανδρινών θα υποστηρίξει την ένωση των δύο φύσεων του Θεανθρώπου σε μία και συγκεκριμένα στη Θεία. Η Δ΄οικουμενική σύνοδος της Χαλκηδόνας το 451 επί αυτοκράτορα Μαρκιανού, θα αποτελέσει την κοινή συσπείρωση των εκπροσώπων της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης με τη διατύπωση του δόγματος της αδιαιρέτου και ασυγχύτου φύσεως του Θεανθρώπου. Η ταυτόχρονη καταδίκη όμως των δύο αναφερομένων αιρέσεων θα σημάνει συγχρόνως και την αποσκίρτηση των ανατολικών επαρχιών από την κηδεμονία της Κωνσταντινούπολης, καταδεικνύοντας εμμέσως το βαθύ πολιτισμικό χάσμα που υπέβοσκε ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους. Η προσπάθεια επαναφοράς των επαρχιών στην μητροπολιτική εξουσία μέσω του Ενωτικού που εξέδωσε το 482 ο αυτοκράτορας Ζήνων με τη βοήθεια του Ακακίου όξυνε ακόμα περισσότερο το βαρύ κλίμα, αφού μεταξύ των μονοφυσιτών και των διφυσιτών, προστέθηκαν πλέον και οι οπαδοί του συμβιβασμού[18].
Στην ήδη τεταμένη κατάσταση, ο θρησκευτικός ζηλωτισμός του Ιουστινιανού, θα αποκλείσει πανομοιότυπα με τους εθνικούς και τους αιρετικούς από την ανάληψη οποιοδήποτε τιμητικού αξιώματος ή άσκησης δημοσίου λειτουργήματος. Εκτός των άλλων η σύγκλιση της Ε΄ οικουμενικής συνόδου της Κωνσταντινούπολης το 553 και η καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων που αφορούσαν συγγράμματα μονοφυσιτών και διφυσιτών, θα ελαχιστοποιήσει τις όποιες ελπίδες απέμεναν για επαναπροσέγγιση της μονοφυσιτικής Ανατολής[19].
Αντιθέτως με τα προσδοκώμενα, η εμφάνιση του μονοθελητισμού θα εξωθήσει στα άκρα την αντιπαράθεση ανάμεσα στην πρωτεύουσα και τις ανατολικές επαρχίες . Ο μονοθελητισμός πέρα από τις αντιλήψεις του για το ζήτημα του θελήματος του Χριστού, προσπάθησε να συμβιβάσει κατά κάποιον τρόπο τις δύο αντικρουόμενες πλευρές. Το μόνο που πέτυχε τελικά ήταν να δημιουργήσει μεγαλύτερες εκκλησιαστικές έριδες οδηγώντας στη σύγκλιση της ΣΤ΄οικουμενικής συνόδου στην Κωνσταντινούπολη το 680/681 από τον Κωνσταντίνο Δ΄ όπου και θα διατυπωνόταν το ορθό δόγμα των δύο θελήσεων και ενεργειών του Ιησού[20].
Η Ζ΄ και τελευταία οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας που θα συγκληθεί με την προτροπή της Ειρήνης της Αθηναίας, έρχεται να θέσει την αρχή του τέλους στο νέο σοβαρό ζήτημα της εικονομαχίας που είχε εμφανιστεί κατά την πρώτη τριακονταετία του 8ου αιώνα. Η εικονομαχική κρίση προήλθε από το σημαίνοντα ρόλο που είχε αποδώσει η βυζαντινή Εκκλησία στις εικόνες, καθώς με την αποτύπωση των άγιων μορφών της χριστιανοσύνης, ανυψωνόταν το κύρος της δημόσιας και ιδιωτικής λατρείας και ενδυναμωνόταν η χριστιανική διδαχή των πιστών[21]. Η εικονολατρεία, που πολλές φορές είχε ξεπεράσει τα επιτρεπτά όρια της απλής προσκύνησης του εικονιζόμενου προσώπου, έτυχε ιδιαίτερης υποστήριξης από τον μοναχισμό, ο οποίος με τη σειρά του είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε μία από τις σπουδαιότερες και βαρύνουσες τάξεις της βυζαντινής κοινωνίας, με σημαίνοντα πολιτικοοικονομικά πρόσωπα ενταγμένα στους κόλπους του[22].
Τα τυχαία όμως καταστροφικά γεωφυσικά φαινόμενα και ο επερχόμενος αραβικός κίνδυνος, θα αποτελούσαν μία καλή αφορμή για τον Λέοντα Γ΄ ώστε να συνδέσει τα γεγονότα αυτά με τη θεία οργή έναντι των εικονολατρών χριστιανών. Ο Λέων που καταγόταν από τη Συρία, μία περιοχή δηλαδή με άμεσες επιρροές από τον ανεικονικό ασιατικό κόσμο, θα χάραζε την εικονομαχία ως την επίσημη πολιτική της αυτοκρατορικής αυλής. Σε αυτή την πολιτική θα αντισταθεί ο μοναχός Ιωάννης Δαμασκηνός, συγγράφοντας τους τρεις λόγους «Υπέρ των εικόνων», ώστε να συνδέσει ευθαρσώς την εικονιστική απόδοση του Χριστού με το δόγμα της ενσάρκωσης του Θεού. Η εικονομαχική στάση της αυλής θα σκληρύνει με την άνοδο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ ο οποίος μετά τη σύνοδο της Ιέρειας στο Βόσπορο το 754, θα κατοχυρώσει και δογματικά το ανεικονικό του πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να καταφερθεί μανιωδώς εναντίον του μοναχισμού και των εικονόφιλων προκαλώντας άγριους διωγμούς, βίαιους θανάτους και αποσχηματισμούς μοναχών[23].
Η καταστολή της εικονομαχίας – μοναχομαχίας από την Ζ΄οικουμενική σύνοδο και η νίκη του μοναχισμού και των εικόνων, θα διακοπεί ξανά το 813 από το Λέοντα Ε΄ τον Αρμένιο, ο οποίος θα επαναφέρει στο προσκήνιο την εικονομαχική πολιτική. Η δεύτερη εικονομαχία θα τερματιστεί οριστικά το 842 με το θάνατο του Θεόφιλου. Η τελική αποκατάσταση των εικόνων από τη Θεοδώρα και τον πατριάρχη Μεθόδιο, σηματοδότησε έναν ακόμα θρίαμβο της πολιτισμικής ελληνορωμαϊκής παράδοσης έναντι της ασιατικής. Επίσης ενίσχυσε την Ορθοδοξία ενώ φανέρωσε την αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να χειραγωγήσει την Εκκλησία[24].
Μετά τη λήξη της εικονομαχίας και την αντιμετώπιση όλων των θρησκευτικών ζητημάτων που είχαν προηγηθεί, θα πίστευε κανείς πως είχε φτάσει επιτέλους η στιγμή για την Εκκλησία να απολαύσει μία μακρά περίοδο γαλήνης και ευημερίας[25]. Ωστόσο ένα νέο ζήτημα και ίσως το σημαντικότερο από όλα τα παρελθόντα, θα προκαλούσε την μεγαλύτερη αναστάτωση και τριγμούς στον χριστιανικό κόσμο . Το ζήτημα αυτό δεν ήταν άλλο παρά από την εκκλησιαστική αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ
Η Κωνσταντινούπολη μολονότι αποτελούσε το ισχυρό πολιτικοοικονομικό και πολιτισμικό κέντρο της αναγεννημένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από πολύ νωρίς θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα εύρεσης θεολογικών αποδείξεων που θα εξασφάλιζαν μία ιδιαίτερη θέση στο νεοσύστατο Πατριαρχείο της, έναντι των παλαιοτέρων. Αντιθέτως η Ρώμη, αν και βρισκόταν σε πολιτικοοικονομική και πολιτισμική κατάπτωση, διακήρυττε με περίσσιο ζήλο την αυθεντικότητα και τα πρωτεία της εκκλησιαστικής της έδρας που έχαιρε πλήρους νομιμότητας και θείας προέλευσης χάρη στο θεμελιωτή της απόστολο Πέτρο. Έτσι για τη δυτική Εκκλησία, ο πάπας, ως γνήσιος συνεχιστής του έργου του Πέτρου, ήταν ο de facto αρμόδιος να επιλύει τα ζητήματα που αφορούσαν το δόγμα και την εύρυθμη εκκλησιαστική λειτουργία ενώ στην ανατολική Εκκλησία, οι οικουμενικές σύνοδοι ήταν αυτές που διασφάλιζαν και τεκμηρίωναν τις δογματικές αντιλήψεις[26].
Επιπλέον ο εξαρχής διαχωρισμός της βυζαντινής αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα, η εγκαθίδρυση του οστρογοτθικού βασιλείου στη Δύση στα τέλη του 5ου αιώνα, η προσωρινή επανάκτηση και εν συνεχεία η εμφάνιση των Λογγοβάρδων και των Σλάβων, θα διευρύνουν πολύ περισσότερο τις αντιθέσεις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, παρόλο που τα εκκλησιαστικά ζητήματα της παλαιάς πρωτεύουσας εξαρτιόνταν έως και τα μέσα του 8ου αιώνα, από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Μάλιστα οι συνεχείς εδαφικές ανακατατάξεις στη δυτική αυτοκρατορία τον 6ο αιώνα και η νέα διοικητική διαίρεση των επαρχιών που επακολούθησε ,θα θέσουν καινούργια ζητήματα σχετικά με τη δικαιοδοσία της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης σε Εκκλησίες όπως του Ιλλυρικού και της Ιταλίας[27]. Μία ακόμα ανομοιομορφία επίσης που προστέθηκε ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ήταν η διαφορετικότητα της γλώσσας και της ιδιοσυγκρασίας των λαών. Στο Βυζάντιο επικράτησαν τα ελληνικά και η βαθιά φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων που πήγαζε από την αρχαιοελληνική παράδοση, ενώ στη Δύση διατηρήθηκαν τα λατινικά και η απολυταρχική δικανική προσέγγιση των ζητημάτων[28].
Αναλύοντας τις σπουδαιότερες θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, θα συναντήσουμε τη Δ΄οικουμενική σύνοδο της Χαλκηδόνας του 451 να προκαλεί την πρώτη αναστάτωση στην παπική έδρα, εξαιτίας του 28ου κανόνα της που αναγνώριζε την ισότιμη θέση των Πατριαρχείων Ρώμης και Κωνσταντινούπολης. Λίγα χρόνια αργότερα, η επιθετική στάση του πάπα Φήλιξ κατά της συμβιβαστικής γραμμής του Ενωτικού του 482, θα δημιουργούσε ένα πρώτο σχίσμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής διάρκειας τριάντα ετών, χωρίς όμως ποτέ αυτό να γίνει αντιληπτό από το λαό και τον κατώτερο κλήρο[29]. Στη συνέχεια η μονοθελητική έριδα, θα οδηγήσει στη σύγκλιση της συνόδου του Λατερανού στη Ρώμη το 649 με επικεφαλής τον πάπα Μαρτίνο, μέσω της οποίας θα καταδικαζόταν η βυζαντινή αυτοκρατορική ανοχή έναντι των νέων δογμάτων .Το ζήτημα όμως αυτό σε ελάχιστο διάστημα θα διευθετούταν από τον Κωνσταντίνο Δ΄ και τις ορθές δογματικές τοποθετήσεις της ΣΤ΄οικουμενικής συνόδου του 680/681, χωρίς περαιτέρω συνέχεια[30]. Ανάλογη πορεία κατά τον ένατο αιώνα θα έχει και η μη αναγνώριση από τον πάπα Νικόλαο Ι του λαϊκού Φωτίου ο οποίος με συνοπτικές διαδικασίες, θα αναρριχούταν στη θέση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως εφαρμόζοντας παράλληλα το πρόγραμμα εκχριστιανισμού των Σλάβων κατά τα βυζαντινά πρότυπα . Η μετέπειτα διεκδίκηση της βουλγαρικής Εκκλησίας από τη Ρώμη σύντομα θα ωθούσε τον Φώτιο, με ανάλογες επιθετικές διαθέσεις, σε σύγκλιση συνόδου το 867 στην Κωνσταντινούπολη ώστε να καταδικαστεί επίσημα η παπική Εκκλησία για την προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως[31]. Όμως ο θάνατος του Νικολάου Ι και η ανάρρηση της δυναστείας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων όχι απλά θα αποκαθιστούσε τις πολιτικές και θρησκευτικές επαφές μεταξύ Ανατολής και Δύσης αλλά και θα αποδείκνυε πως το λεγόμενο Φωτίειο σχίσμα, είχε κατά κύριο λόγο προκληθεί από την προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανώτατων ιεραρχών[32].
Χρονικά το οριστικό σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης θα τοποθετηθεί το 1054. Αφορμές θα σταθούν το γνωστό θέμα του filioque, η χρήση του ένζυμου και άζυμου άρτου κατά τη Θεία Ευχαριστία, το αγένειο των λατίνων ιερέων , ο γάμος των Ορθοδόξων κληρικών και η ρωμαϊκή νηστεία του Σαββάτου. Τυπικά χαρακτηριστικά δηλαδή γνωρίσματα των τελετουργιών και του τρόπου ζωής της δυτικής και ανατολικής Εκκλησίας που ήταν γνωστά για καιρό, χωρίς όμως έως τότε να έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις. Οι αιτίες που διόγκωσαν την κρίση το 1054 θα πρέπει να αναζητηθούν τόσο στην υπέρμετρη φιλοδοξία και αδιαλλαξία που διέκριναν τον πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλλάριο και τον πάπα Λέοντα Θ΄ όσο και στην πολιτική αβουλία που επεδείκνυε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος[33]. Σε μία κρίσιμη μάλιστα χρονική στιγμή για την εδαφική ακεραιότητα του Βυζαντίου, με τους Νορμανδούς και τους Τούρκους να παραμονεύουν προ των πυλών, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Λατίνων και Βυζαντινών για τα εκκλησιαστικά έθιμα θα κατέληγαν σε εκατέρωθεν αφορισμούς μεταξύ πάπα και πατριάρχη καθώς και στη σύσσωμη αντίδραση της βυζαντινής κοινωνίας, η οποία είχε προσβληθεί από την προκλητική στάση των παπικών απεσταλμένων στην Αγία Σοφία[34].
Το σχίσμα του 1054 αποδείχθηκε πως θα αποτελούσε απλά την αρχή του κακού. Η αποδυνάμωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά την ήττα του 1071, η κυριαρχία των Βενετών στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, ο άκρατος δυτικός καισαροπαπισμός και η εμφάνιση των Σταυροφόρων θα επιδείνωναν την αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Λατίνους της Δ΄ Σταυροφορίας και οι ανυπολόγιστες καταστροφές που ακολούθησαν ,ενέτειναν τα αντιδυτικά συναισθήματα της βυζαντινής κοινωνίας. Όσο και εάν προσπάθησε κατά την Ύστερη περίοδο η δυναστεία των Παλαιολόγων, του συρρικνωμένου πια Βυζαντίου, να κινηθεί σε μία φιλενωτική πολιτική με τη Δύση μέσω των συνόδων της Λυών και της Φερράρας-Φλωρεντίας, λαός και κλήρος θα αντισταθούν σθεναρά εναντίον της. Ανάμεσα σε αυτή την περιρρέουσα και έκρυθμη κατάσταση θα έλθει να προστεθεί το κίνημα των ησυχαστών με σημαντικότερο εκπρόσωπό του, τον Γρηγόριο Παλαμά[35].
Οι αγιορείτες ησυχαστές, προσκολλημένοι στην παραδοσιακή ζωή των μοναχών της Ανατολής, θα αποτελέσουν τη νέα θρησκευτική έριδα του 14ου αιώνα όχι μόνο μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης αλλά και εντός της βυζαντινής Εκκλησίας. Ο ιδιότυπος τρόπος άσκησής τους θα κατακριθεί από το δυτικό λόγιο μοναχό Βαρλαάμ Καλαβρό ως σκοτεινή μορφή δεισιδαιμονίας ενώ από την πλευρά των βυζαντινών, οι θεολόγοι Γρηγόριος Ακίνδυνος και Νικηφόρος Γρηγοράς, θα καταφερθούν εναντίον του κινήματος του ησυχασμού. Η τελευταία αυτή έριδα θα κλείσει με την ανακήρυξη του Παλαμά σε άγιο, τη νίκη του μοναχισμού και την καταδίκη των αντιπαλαμικών με τρεις διαδοχικές συνόδους του 1347, 1351 και 1368 αντίστοιχα[36].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μετά και τη σύντομη ανασκόπηση στις πηγές που αφορούν την εκκλησιαστική και θρησκευτική ζωή των Βυζαντινών ,συμπεραίνουμε πως ο έντονος καισαροπαπισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας που σημειώθηκε κατά την πρώιμη περίοδο αποδείχτηκε ιδιαίτερα καταλυτικός στο ζήτημα της ειδωλολατρείας, καθότι στόχευε στην επίτευξη της ενότητας των πληθυσμών της βυζαντινής επικράτειας υπό το πνεύμα της αδελφοσύνης και της φιλανθρωπίας που διακήρυττε η χριστιανική διδασκαλία. Από την πλευρά της η βυζαντινή Εκκλησία, αν και τελικά αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να απορροφήσει αρκετά ειδωλολατρικά στοιχεία στα εθιμοτυπικά της εντούτοις, άλλοτε δια της βίας και άλλοτε δια ειρηνικών τρόπων ,προσπάθησε με τη σειρά της να ενισχύσει την εδραίωση και τη διάδοση του χριστιανισμού .
Κατόπιν του θριάμβου έναντι της ειδωλολατρείας, ζητήματα τριαδολογικού και χριστολογικού περιεχομένου όπως και της εικονιστικής αποτύπωσης των αγίων μορφών θα αναδυθούν στην επιφάνεια αποτελώντας την αφορμή δημιουργίας πολλών αιρέσεων και θρησκευτικών ερίδων, προερχομένων κυρίως από τις διαφοροποιημένες πολιτισμικά ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου. Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας μέσω των οικουμενικών συνόδων, η διατύπωση του ορθού δόγματος, η καταδίκη των θρησκευτικών αποκλίσεων και των αντιπαραθέσεων αλλά και η κληρονομημένη ελληνορωμαϊκή παράδοση, θα διατηρήσουν εν τέλει αλώβητη και πλήρως ενδυναμωμένη τη βυζαντινή Εκκλησία.
Η ηρεμία στα θρησκευτικά ζητήματα θα διαταραχτεί στη συνέχεια από τις βαθιές πολιτικοκοινωνικές, γεωγραφικές και πολιτισμικές αντιθέσεις μεταξύ του ανατολικού και δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας προκαλώντας ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες ανάλογες θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες τουλάχιστον μέχρι και τον 10ο αιώνα, θα περιορισθούν αρχικά μεταξύ των εκπροσώπων της ανώτατης πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας . Από τον 11ο όμως αιώνα έως και το 1453, η επιταχυνόμενη καταρράκωση του Βυζαντίου, ο καισαροπαπισμός των δυτικών θρησκευτικών ηγετών ,η μισαλλοδοξία των βυζαντινών πατριαρχών, οι εκκλησιαστικές τελετουργικές διαφοροποιήσεις, ακόμα και η εμφάνιση του ησυχαστικού κινήματος, θα προκαλέσουν την άμεση ανάμειξη λαού και κλήρου, γεγονός που θα οδηγήσει στο οριστικό σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης βυζαντινής και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Cameron, Α. Οι Βυζαντινοί. Μτφρ. Γ.Τζήμας. Αθήνα 2009.


Ευθυμιάδης, Σ. «Ο βυζαντινός θρησκευτικός βίος» στο Σ.Ευθυμιάδης κ.α. Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια. Τόμος Β΄ Πάτρα 2001.


Morrisson, C. «Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641)» στο: Α.Μυλωνοπούλου (επιμ.) Ο Βυζαντινός Κόσμος. Μτφρ.Α.Καραστάθη. Τόμος Ι Αθήνα 2007.

Runciman, स. Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα .Μτφρ Χρ.Μακρόπουλος. Αθήνα 2008 .


[1] C.Morrisson, «Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641)», στο:Α.Μυλωνοπούλου (επιμ.) Ο Βυζαντινός Κόσμος, μτφρ.Α.Καραστάθη, Τόμος Ι (Αθήνα 2007) σελ 129.
[2] Στο ίδιο, σελ.128.
[3] Σ.Ευθυμιάδης, «Ο βυζαντινός θρησκευτικός βίος» στο Σ.Ευθυμιάδης κ.α, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια, τόμος Β΄(Πάτρα 2001) σελ.206.
[4] A.Cameron, Οι Βυζαντινοί, μτφρ. Γ.Τζήμας ( Αθήνα 2009 ) σελ.118.
[5] C.Morrisson, ό.π. σελ.129.
[6] Στο ίδιο, σελ.130.
[7] Στο ίδιο, σ.σ.. 130-131.
[8] Στο ίδιο, σελ. 132.
[9] Σ.Ευθυμιάδης, ό.π. σελ. 256.
[10] Στο ίδιο, σ.σ.. 260-262.
[11] Στο ίδιο ,σ.σ.. 258-259.
[12] Στο ίδιο, σελ. 257.
[13] Στο ίδιο, σ.σ.. 210-211.
[14] Στο ίδιο, σ.σ.. 212-216.
[15] Στο ίδιο, σ.σ.. 212-213.
[16] Στο ίδιο, σ.σ.. 211-212.
[17] Στο ίδιο, σ.σ.. 212-213.
[18] Στο ίδιο, σ.σ.. 214-215.
[19] Στο ίδιο, σ.σ.. 215-216.
[20] Στο ίδιο, σελ. 216.
[21] Στο ίδιο, σ.σ.. 217-218.
[22] Στο ίδιο, σ.σ.. 213-214.
[23] Στο ίδιο, σ.σ.. 217-218.
[24] Στο ίδιο, σ.σ.. 218-219.
[25] Στο ίδιο, σελ. 219.
[26] C.Morrisson, ό.π. σ.σ.. 204-206.
[27] Στο ίδιο,σ.σ.. 206-207.
[28] S.Runciman, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα ,μτφρ Χρ.Μακρόπουλος ( Αθήνα 2008 ) σελ. 240.
[29] Σ.Ευθυμιάδης , ό.π. σελ. 215.
[30] Στο ίδιο, σελ. 216.
[31] Στο ίδιο, σελ.219.
[32] S.Runciman, ό.π. σ.σ.. 43-47.
[33] Σ.Ευθυμιάδης , ό.π. σελ. 220.
[34] S.Runciman, ό.π. σ.σ.. 234-235.
[35] Σ.Ευθυμιάδης , ό.π. σελ.220.
[36] Στο ίδιο, σελ.220.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Εκθεση νομισμάτων



Άρθρο από την εφημερίδα: "ΤΟ ΒΗΜΑ on line" 23/11/2010
«Ιστορίες νομισμάτων-Αφηγήσεις πόλεων» τιτλοφορείται η έκθεση που εγκαινιάζεται στις 24 Νοεμβρίου στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»। Πρόκειται για την παρουσίαση 160 νομισμάτων από τον 6ο αιώνα π।Χ। έως και τον 3ο μ.Χ., από την οποία αντλούνται σημαντικές πληροφορίες, ιστορικές, πολιτικές, θρησκευτικές και -κυρίως- οικονομικές. Ο επισκέπτης θα διαπιστώσει ότι τα δάνεια δεν είναι εφεύρεση του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά υπήρχαν και στην αρχαιότητα και μάλιστα με πολύ υψηλά επιτόκια!Πρόκειται για την πρώτη παρουσίαση ενός τμήματος της συλλογής που απέκτησε το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού από Γερμανό συλλέκτη, αποτελούμενης από 13.000 νομίσματα.Αντιπροσωπεύει περιοχές από τη σημερινή Γαλλία ώς την Αίγυπτο, ωστόσο ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μικρά Ασία -γι' αυτό άλλωστε αποτελεί την τέταρτη μεγαλύτερη συλλογή νομισμάτων της Μικράς Ασίας στον κόσμο. Όπως επισημαίνει η αρχαιολόγος-νομισματολόγος Ελένη Παπαευθυμίου, επιμελήτρια της συλλογής του ΙΜΕ και της έκθεσης, τα νομίσματα παρέχουν στον ειδικό μελετητή επιπλέον πληροφορίες σχετικά με ιστορικά και οικονομικά γεγονότα, όπως η πτώχευση μιας πόλης. Οι καλύτερες τράπεζες στην αρχαιότητα πάντως ήταν τα ιερά, από τα οποία δανειζόταν και το κράτος. Όσο για τους ιδιώτες τραπεζίτες, εκείνοι ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με τον κίνδυνο.Έτσι, τα λεγόμενα ναυτοδάνεια έφθαναν ακόμη και στο 100%, σε περίπτωση όμως απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο (αν είχε επιζήσει...).Οι αργυραμοιβοί και οι τραπεζίτες της Αγοράς εξυπηρετούσαν εξάλλου (με προμήθεια γύρω στο 5%-6%) τους ξένους που ήθελαν να ανταλλάξουν το νόμισμά τους με αθηναϊκές δραχμές ζυγίζοντας τα ξένα νομίσματα και ελέγχοντας την καθαρότητα τους τρίβοντάς τα στη λυδία λίθο (σκληρή πέτρα από τη Λυδία της Μικράς Ασίας επάνω στην οποία δοκιμαζόταν η καθαρότητα του χρυσού και του ασημιού).Γενικά όμως οι τραπεζίτες δε ήταν ανεξέλεγκτοι και ο πολίτης μπορούσε να καταφύγει στη Δικαιοσύνη.Oι μέτοικοι και οι πλούσιοι Αθηναίοι πλήρωναν κυρίως φόρους στην αρχαία Αθήνα, ενώ η πλέον εφευρετική μορφή φορολογίας θεωρείται η «λειτουργία», γιατί συνοδευόταν από δόξα και τιμές για τον φορολογούμενο.Πρόκειται για την ανάληψη μεγάλων έργων από πλούσιους επιχειρηματίες, όπως η συντήρηση πολεμικού πλοίου και του πληρώματος (τριηραρχία), η κάλυψη των εξόδων για θρησκευτικά δείπνα, η κάλυψη των δαπανών της αποστολής επίσημων αντιπροσωπειών σε μεγάλα ιερά (θεωρία), η ανάληψη δαπάνης για τις παραστάσεις των δραματικών αγώνων (χορηγία) κτλ. Η χορηγία κόστιζε 300-5.000 δρχ. (τον 5ο αιώνα π.Χ. ο ετήσιος μισθός της ιέρειας της Αθηνάς Νίκης ήταν 50 δραχμές) και δύσκολα μπορούσε να την αρνηθεί κάποιος, αφού θα έπρεπε υποδείξει άλλον πλουσιότερο στη θέση του και σε περίπτωση που εκείνος αρνούνταν, να προτείνει ανταλλαγή των περιουσιών τους.
Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»-Θέατρον (Πειραιώς 254, Ταύρος, τηλ. 212 2540.323). Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι της 28 Φεβρουαρίου 2011. Τιμή εισιτηρίου: 5 ευρώ.

Αρχαία πολυτέλεια στον βυθό του Ευβοϊκού


Άρθρο από την εφημερίδα: "ΤΟ ΒΗΜΑ on line" 23/11/2010
Κατάφορτο από αμφορείς και αγγεία φαγητού και ποτού, καθώς και λίθινα και μπρούντζινα αντικείμενα- όπως τα μικρά τμήματα από χάλκινα αγάλματα φυσικού μεγέθους, αλλά και τα πόδια ανάκλιντρου- είναι το αρχαίο ναυάγιο της νήσου Στύρας στον Νότιο Ευβοϊκό που ερευνήθηκε για πρώτη φορά τον περασμένο Ιούνιο και Ιούλιο. Είναι τέτοια η ποικιλία και η ποιότητα του φορτίου του μάλιστα που κάνει τους αρχαιολόγους να μιλούν για ένα εμπορικό πλοίο που μετέφερε είδη πολυτελείας προς πώληση σε εκλεπτυσμένους αγοραστές. Ειδικά η παρουσία των χάλκινων αντικειμένων υποδηλώνει την πιθανότητα να μεταφέρονταν στο πλοίο γλυπτά σε ακέραιη ή έστω αποσπασματική κατάσταση. Δεύτερο σημαντικό στοιχείο αποτελεί η διάσωση μέσα στην άμμο, όπου βρέθηκε μισοβυθισμένο το πλοίο, ορισμένων τμημάτων από το ξύλινο σκαρί του (συγκεκριμένα από τους νομείς και το πέτσωμα), πράγμα σπάνιο, αφού ως γνωστόν αυτή η ύλη δεν διατηρείται στο νερό. Και όλα αυτά μόλις στην προκαταρκτική αρχαιολογική έρευνα, καθώς θα ακολουθήσουν και άλλες. Από τα τέλη του 2ου ή τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται το ναυάγιο, το οποίο βρίσκεται σε βάθος 40-45 μέτρων και είχε εντοπιστεί το 2007 έπειτα από υπόδειξη των δυτών Θ. Στάμου, Ι. Μπάκλη και Μ.Γολιπούρ. Από την έρευνα, η οποία διενεργείται από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, προέκυψαν επίσης μια λίθινη λεκάνη (νιπτήρας), μπρούντζινα και σιδερένια καρφιά, τμήματα της εξάρτυσης του πλοίου, αλλά και κομμάτια από κεραμίδια, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται από τη στεγασμένη υπερκατασκευή της πρύμνης. Εκτός της ανέλκυσης των ευρημάτων πάντως ολοκληρώθηκε και η αποτύπωση όσων βρίσκονται επιφανειακά με χρήση φωτογραμμετρικής μεθόδου, ενώ εκπονήθηκαν φωτομωσαϊκά υψηλής ευκρίνειας. Τέλος, διενεργήθηκαν δύο ανασκαφικές τομές στη βαθιά και στη ρηχή ζώνη του ναυαγίου προκειμένου να γίνει κατανοητή η διαστρωμάτωση των ευρημάτων και των ιζηματογενών αποθέσεων. Τη διεύθυνση της έρευνας είχε ο καταδυόμενος αρχαιολόγος της Εφορείας κ. Γ. Κουτσουφλάκης, με αναπληρωτές τους Χρ. Παπαδοπούλου και Η.Σπονδύλη, ενώ συμμετείχαν συνολικά 36 καταδυόμενοι ερευνητές διαφόρων ειδικοτήτων. Ως σκάφος υποστήριξης χρησιμοποιήθηκε το εξειδικευμένο καταδυτικό «Αγιος Γεώργιος», μήκους 20 μέτρων, από την Κρήτη. Η έρευνα προβλέπεται να συνεχιστεί το 2011. Ανασύρθηκαν σχεδόν άθικτα Η ανάπτυξη μικροοργανισμών, όπως ένα σκουλήκι που ονομάζεται ναυτική τερηδόνα (teredo navalis), η αυξημένη ποσότητα άλατος στο θαλασσινό νερό, ακόμη και το μικρό βάθος ναυαγίου του πλοίου, αλλά και η αυξημένη θερμοκρασία είναι οι κυριότεροι παράγοντες φθοράς ενός ξύλινου σκάφους. Παρ΄ όλα αυτά έχουν εντοπιστεί αρχαία ναυάγια στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας με διατηρημένο το ξύλινο σκαρί: Το πλοίο της Κυρήνειας του 4ου αιώνα π.Χ. που είχε βυθιστεί στο κυπριακό λιμάνι σε βάθος 30 μέτρων σε αμμώδη και ελώδη βυθό. Εντοπίστηκε το 1967 και διατηρεί το 75% του σκελετού του. Το πλοίο της Σινώπης (410 και 520 μ.Χ.) που εντοπίστηκε σε βάθος 100 μέτρων στα ανοξικά νερά της Μαύρης Θάλασσας από τον διάσημο ωκεανογράφο Ρόμπερτ Μπάλαρντ. Το κύτος και το φορτίο του σκάφους είναι άθικτα, θαμμένα σε ιζήματα. Οι κατασκευές του καταστρώματος είναι επίσης άθικτες, συμπεριλαμβανομένου ενός καταρτιού που υψώνεται 11 μέτρα μέσα στο νερό. Το φοινικικό πλοίο του 14ου αιώνα π.Χ., που φυλάσσεται στο Ναυτικό Μουσείο του Μπόντρουμ (Αλικαρνασσός) και ήταν κατασκευασμένο από φλούδα κέδρου.

Αθηνά μικρόσωμη και με φινέτσα Ιταλίδας


Άρθρο από την εφημερίδα: "ΤΟ ΒΗΜΑ on line" 23/11/2010
Κομψή, θηλυκή, χαριτωμένη... Μια άλλη Αθηνά, από τις γνωστές μας της Κλασικής εποχής, είναι αυτή η μικρόσωμη (1,51 μ।) θεά που κοσμεί με την ομορφιά της εδώ και λίγες ημέρες το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνη. Η Αθηνά, που ήρθε στην Αθήνα από τη Φλωρεντία- αν και βρέθηκε στο Αρέτσο της Ιταλίας πριν από τέσσερις αιώνες (1541)- είναι μια «αναπάντεχη επισκέπτρια», όπως τη χαρακτήρισε χθες ο διευθυντής του μουσείου κ. Νίκος Σταμπολίδη ς παρουσιάζοντας το χάλκινο άγαλμα του 3ου αιώνα π.Χ. Χρησιμοποιώντας ο ίδιος έναν μικρό αλλά ισχυρό φακό έδειξε τις λεπτομέρειες που καθιστούν αυτό το γλυπτό εξαιρετικό: το πάχος του χαλκού, που είναι το ίδιο σε όλα τα κομμάτια του αγάλματος, στοιχείο υψηλής καλλιτεχνικής επιδεξιότητας. Τις μικρές οπές στα σανδάλια της Αθηνάς για να περάσουν οι κορδέλες που τα έδεναν στα πόδια της. Τις άλλες οπές στο κράνος της από όπου διέρχονταν οι ιμάντες που το συγκρατούσαν όταν το έριχνε πίσω. Την εκπληκτική απόδοση των μαλλιών, των φολίδων του θώρακα, των φιδιών και των χαρακτηριστικών του προσώπου. Τις επιδιορθώσεις, τέλος, που είχαν γίνει ήδη από την Αρχαιότητα στο άγαλμα σε σημεία όπου ο χαλκός είχε παρουσιάσει φθορές, μια ακόμη απόδειξη ότι πρόκειται για γνήσιο έργο. Εκείνο που αμφισβητούνταν για αιώνες ήταν η χρονολόγησή της, αφού η «αποκατάσταση» του αγάλματος τον 18ο αιώνα και η προσθήκη του δεξί χεριού της που λείπει είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ότι πρόκειται για αντίγραφο του 1ου αιώνα μ.Χ. Εν τέλει, εννέα χρόνια συντήρησης οδήγησαν στο σημερινό φίνο αποτέλεσμα. Προτού αποσυναρμολογηθεί όμως το άγαλμα οι ιταλοί συντηρητές έβγαλαν το εκμαγείο του, το οποίο επίσης εκτίθεται στο μουσείο, όπου μπορεί εύκολα κάποιος να παρατηρήσει τις διαφορές. Οι αναπάντεχες επισκέψεις όμως θα συνεχιστούν, όπως ανέφεραν ο κ. Σταμπολίδης και η πρόεδρος του Ιδρύματος Γουλανδρή κυρία Σάντρα Μαρινοπούλου. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε θα ανακοινώνονται ξαφνικά.
ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤE
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Βα. Σοφίας και Ηροδότου 1, τηλ. 210 7228.321 :
३० Ιανουαρίου 2011 -25 Νοεμβρίου η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.




Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

ΧΑΡΤΕΣ ΣΑΝ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Άρθρο της Μαίρης Αδαμοπούλου στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» 10/11/2010
Προτού γίνουν έργα... τεχνικής, ήταν έργα τέχνης. Πολύχρωµοι, γεµάτοι στολίδια, ανάλογα µε την καταγωγή του δηµιουργού τους, µοιάζουν µε τα δηµοτικά τραγούδια: ακολουθούν τον ίδιο καµβά, έχουν όµως τις δικές τους µικρέςή µεγάλες παραλλαγές. Είναι οι πρώτοι χάρτες που επιχείρησαν να «καθρεφτίσουν» τονκόσµο του Αιγαίου. Να διευκολύνουν τουςναυτικούς στηνκαθηµερινότητά τους, να αναζητήσουντα ίχνη της πορείας του Οδυσσέα και του Αινεία,να καταγράψουν φρούρια και λιµάνια για στρατιωτικούς σκοπούς. Σπάνια δείγµατα της τέχνης καιτης επιστήµης της χαρτογραφίας από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα που προέρχονται από τη συλλογή του Βίκτωρος και της Νιόβης Μελά (έχει δωρηθεί στο Μορφωτικό Ιδρυµα της Εθνικής Τραπέζης και συνολικά αριθµεί περί τους 250 χάρτες και τέσσερις άτλαντες) παρουσιάζονται σε µια µεγάλη έκθεση – σχεδόν 100 κοµµάτια – καιυπόσχονται να αποκαλύψουν τον τρόπο µε τον οποίο ο κόσµος έβλεπε το Αιγαίο έξι αιώνες πριν από το Google Earthκαι τέσσερις αιώνες προτούοι χάρτες πάρουν την όψη που γνωρίζουµε όλοι σήµερα. «Οι πρώτοι ναυτικοί χάρτες στους οποίους το Αιγαίο εµφανίζεται ως Αρχιπέλαγος χρονολογού νται µόλις λίγα χρόνια µετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους» λέει στα «ΝΕΑ» ο επιστηµονικός επιµελητής της έκθεσης και διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ιδρυµα Ερευνών Γιώργος Τόλιας. Εξηγεί δε για ποιον λόγο το πλούσιο υλικό της συλλογής χαρτών του Αιγαίου δεν παρουσιάζεται σε ένα ενιαίο σύνολο αλλά σε δύο τµήµατα – το πρώτο τώρα (15ος - 17ος αι.) και το δεύτερο ακολουθεί (17ος- αρχές 19ου αι.). «Είναι ηεποχή κατά την οποία το Αιγαίο λειτουργεί ως ένα σύστηµα εµπορικών αλληλοεξαρτηµένων κόµβων που φέρνει πλούτο και πολιτισµό. Είναι η διεθνής στιγµή του, καθώς δεν βρίσκεται υπό τη διαχείριση στιβαρών συγκροτηµάτων διοίκησης, όπως είναι η αυτοκρατορία, µε συνέπεια να εµφανίζονται όλες οι λειτουργίες του ελεύθερες, όπως ήταν στην αρχαιότητα. Οταν θα επιβληθεί η Οθωµανική Αυτοκρατορία, το Αιγαίο από το “λατινικό αρχιπέλαγος” θα µετατραπεί σε “οθωµανικήλίµνη”». Την έκθεση πλαισιώνουν χάρτες από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, την Εθνική Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Αlpha Bank, την ΑγιορειτικήΧαρτοθήκη, τοSylvia Ioannou Foundation και τους συλλέκτες Μαργαρίτα Σαµούρκα και Αντώνη Ι. Τάντουλο.
ΕΝΑΡΞΗ ΕΚΘΕΣΗΣ
H έκθεση «Το Αιγαίο Πέλαγος, χαρτογραφία και ιστορία, 15ος-17ος αιώνας» εγκαινιάζεται αύριο στις 20.30 στο Μορφωτικό Iδρυµα Εθνικής Τραπέζης (Αγ. Κωνσταντίνου και Μενάνδρου). Εως τις 29 Μαΐου.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ - Από τις αποθήκες στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης


Άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Τα Νέα" 27/10/2010
Ο άερας τής παίρνει το φόρεµα καθώς τρέχει να µεταφέρει στους ολύµπιους θεούς το µήνυµα της νίκης των Αθηναίων στον Μαραθώνα. Μαρµαρωµένη εδώ και 2.500 χρόνια η Νίκη του Καλλιµάχου στέλνει το µήνυµά της πλέον από το Νέο Μουσείο Ακρόπολης Τρέχει προς τα δεξιά. Το γεµάτο πτυχές φόρεµά της ανεµίζει και ο χιτώνας µπερδεύεται ανάµεσα στα πόδια της, για να δείξουν τη γρήγορη κίνησή της. Εννέα µικρές οπές στον λαιµό της στερέωναν κάποτε το κόσµηµα που φορούσε και στο χέρι της κρατούσε το κηρύκειο του αγγελιαφόρου. Τα κυµατιστά µαλλιά της και το χρώµα, που σώζεται ακόµη και σήµερα στα φτερά της, προκαλούν να την περιεργαστεί ο επισκέπτης ακόµη και από την πίσω όψη της. Είναι η Νίκη του Καλλιµάχου, τµήµατα της οποίας βρέθηκαν κοντά στο Ερέχθειο το 1886. Λίγο αργότερα η αρχαιολογική σκαπάνη εντόπισε τον ιωνικό κίονα πάνω στον οποίο πατούσε. Κοµµένη σε πολλά κοµµάτια, δύο εξ αυτών , τα ανώτερα , είχαν τη θέση τους στο παλιό µουσείο της Ακρόπολης. Ενα τµήµα του κίονα ήταν στο Επιγραφικό Μουσείο. Και το κιονόκρανο µαζί µε το βάθρο στις αποθήκες. Μέχρι που ταυτίστηκαν ως σύνολο από τον αρχιτέκτονα και καθηγητή στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Μανόλη Κορρέ. Ο δρόµος όµως ώς την ένωσή τους αποδείχτηκε µακρύς. Και ύστερα από ένα χρόνο µελέτης και σχεδίων η πληγωµένη Νίκη κατάφερε να επανενωθεί και να κάνει το ντεµπούτο της ενώπιον των επισκεπτών του Νέου Μουσείου Ακρόπολης. «Πρόκειται για µια τολµηρή παρουσίαση, καθώς δεν συµπληρώνονται τα τµήµατα που λείπουν», εξηγήσε ο πρόεδρος του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, καθηγητής Δηµήτρης Παντερµαλής, για τη Νίκη που στέκει πάνω σε έναν σκελετό από ανοξείδωτο χάλυβα. Και δεν απέκλεισε το ενδεχόµενο σε νέες έρευνες στην Ακρόπολη και ειδικά στο νότιο τείχος να εντοπιστούν κι άλλα τµήµατα του εντυπωσιακού γλυπτού. Μπροστά από την εντυπωσιακή µεν, αποσπασµατικά δε, σωζόµενη Νίκη, ποζάρει ένα µικρό µοντέλο (σε κλίµακα 1/10) του αγάλµατος που φιλοτεχνήθηκε ειδικά για να επιτρέψει στους επισκέπτες να κατανοήσουν , έστω και κατά προσέγγιση , την πλήρη εικόνα του γλυπτού.


Οι άνθρωποι πίσω από την «ανάσταση:


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΑΖΙΩΤΗΣ:Υπεύθυνος εργαστηρίου συντήρησης γλυπτών Νέου Μουσείου Ακρόπολης

Η µεγαλύτερη δυσκολία ήταν να αποφασίσουµε να στήσουµε τη Νίκη। Από εκεί και πέρα έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος που να είναι αναστρέψιµος και ταυτόχρονα αέρινος ώστε να ταιριάζει µε την αισθητική της αίθουσας των αρχαϊκών। Για αυτό και δεν θελήσαµε να γεµίσουµε τα κενά µε γύψο. Το γλυπτό οδηγούσε τα βήµατά µας. Μπαίναµε σε διάλογο µαζί του και να µας έδειχνε τι έπρεπε να κάνουµε.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ: Συντηρητής

Μαζί µε τις µελέτες και τα σχέδια δουλέψαµε σχεδόν έναν χρόνο. Υπήρχαν µέρες που δεν κοιµόµασταν από την αγωνία κι άλλες µέρες που ξυπνάγαµε µε µια καινούργια ιδέα και τρέχαµε να δούµε αν µπορεί να εφαρµοστεί. Δεν ήταν µια εύκολη διαδικασία.


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ :Συντηρητής - γλύπτης

Δουλέψαµε σχεδόν δέκα µήνες συνολικά µαζί µε τα σχέδια και κάπου δυόµισι µήνες µόνο για να τα µεταφέρουµε στον γύψο, ώστε να φτιάξουµε το µοντέλο. Πρώτα φτιάξαµε ένα πρόπλασµα σε πλαστελίνη, ύστερα το χυτεύσαµε σε γύψο. Κατόπιν φτιάξαµε δεύτερο καλούπι σε λάστιχο και εν συνεχεία πειραµατιστήκαµε στο τελικό υλικό, έως ότου καταλήξουµε σε ένα ειδικό µείγµα γύψου. Το σίγουρο είναι πως δουλέψαµε µε µεράκι και αγάπη.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Συντηρητής - ζωγράφος

Δεν ήταν εύκολο να φτιάξουµε το κεφάλι, δεδοµένου πως δεν έχει σωθεί. Χρειάστηκε να µελετήσουµε αγγεία και γλυπτά της εποχής και να φτιάξουµε µια κεφαλή σε ελεύθερη απόδοση. Σκοπός ήταν να φτιάξουµε ένα µοντέλο για να εξοικειωθεί το κοινό µε το αυθεντικό γλυπτό.

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Τάφος - χρυσωρυχείο στην Κρήτη

Της Μαίρης Αδαµοπούλου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010 στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».

Περισσότερα από 3.000 φύλλα χρυσού και την πρώτη απεικόνιση της µέλισσας ως θεάς έκρυβε µοναδικός διπλός τάφος ηλικίας 2.700 ετών στην αρχαία Ελεύθερνα.



Ουδείς µπορούσε να φανταστεί τι κρυβόταν κάτω από ένα απλό ανάληµµα στην καρδιά της αρχαίας Ελεύθερνας, στην Κρήτη, λίγα µόλις µέτρα µακριά από τον περίφηµο τάφο των πολεµιστών. Το έµπειρο µάτι των αρχαιολόγων όµως διαπίστωσε πως σε ένα σηµείο του αναλήµµατος οι πέτρες κατέληγαν στο ίδιο όριο. Χρειάστηκε να ξεπεράσουν όλα τα εµπόδια που οι αρχαίοι Κρήτες είχαν βάλει στους τυµβωρύχους να σκάψουν σε βάθος και να σηκώσουν µια πλάκα βάρους 700 κιλών για να βρεθούν σε µια εντυπωσιακή ανακάλυψη: έναν διπλό τάφο γεµάτο χρυσό, λεπτεπίλεπτα αγγεία και τη µοναδική απεικόνιση που έχει βρεθεί ώς σήµερα της µέλισσας ως θεάς. «Είναι µια µοναδική ανακάλυψη» λέει στα «ΝΕΑ» ο διευθυντής της ανασκαφής, καθηγητής Νίκος Σταµπολίδης, που έχει φέρει στο φως µία από τις σηµαντικότερες αρχαίες πόλεις της Κρήτης, λόγω της κοµβικής της θέσης µεταξύ Κνωσού και Κυδωνίας. «Πρόκειται για έναν τάφο φοβερά περίεργο στην κατασκευή. Οταν διαπιστώσαµε πως οι πέτρες στον τοίχο είχαν την ίδια κόψη και τις αφαιρέσαµε, θα περίµενε κάποιος στο άνοιγµα που δηµιουργήθηκε να βρούµε τον τάφο. Σκάβαµε, σκάβαµε και τάφο δεν βρίσκαµε. Εµείς όµως επιµείναµε µέχρι που 60 εκ. χαµηλότερα φθάσαµε σε µια πλάκα 1,15 x 1 µ. και πλάτους 20 εκ.». Η εικόνα που αντίκρυσαν οι αρχαιολόγοι ήταν εντυπωσιακή. Ενα πιθάρι µήκους 2 µ. και διαµέτρου 1,20 µ. λειτουργούσε ως θόλος του τάφου, αφήνοντας χώρο ικανό για να εργάζονται δύο άνθρωποι. Το χώµα επί 2.700 χρόνια κάτω από τον θόλο ήταν ανέγγιχτο. Και µόλις οι αρχαιολόγοι σκούπισαν, «σαν πυγολαµπίδες είδαµε σε όλη την επιφάνεια µικρά αποτµήµατα χρυσού, από 0,5 έως 2,5 εκατ.» λέει ο Νίκος Σταµπολίδης. «Οταν τελειώσαµε, είχαµε βρει 3.000 κοµµάτια που έχουν αποτυπωµένα τετράγωνα, κύκλους... Καθώς δε ήταν διάσπαρτα παντού εικάζουµε ότι δεν ήταν ραµµένα πάνω σε ένα ρούχο, αλλά σε ένα σάβανο που κάλυπτε τη σορό από το κεφάλι ως τα πόδια».


Από τις ίνες δε φαίνεται πως το σάβανο ήταν φτιαγµένο από µαλλί ή λινάρι. Ποιος ήταν θαµµένος σε αυτόν τον µοναδικό τάφο; Μια γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής αν κρίνει κάποιος όχι µόνο από το πλούσιο σάβανο αλλά και από τα µικρά λεπτεπίλεπτα αγγεία από φαγεντιανή, της οποίας η ηλικία προσδιορίζεται χωρίς να έχει γίνει ακόµη ανθρωπολογική µελέτη µεταξύ 22 και 25 ετών. Μυστήριο ωστόσο αποτελεί ο ρόλος του δεύτερου ατόµου που ήταν θαµµένο µαζί της, καθώς πρόκειται για άνδρα, του οποίου η ηλικία δεν έχει προσδιοριστεί και στον οποίο φαίνεται πως ανήκουν η πόρπη και η σιδερένια αιχµή που εντοπίστηκαν. «Περιµένουµε να δούµε αν είναι κάτω από 18 ετών, οπότε και δικαιολογείται η ταφή του. Διότι µόνο οι γέροι και οι δούλοι δεν καίγονταν. Οι σοροί των πολεµιστών είναι όλοι καµένοι» αναφέρει ο κ. Σταµπολίδης.
«Σκάβαµε, σκάβαµε και τάφο δεν βρίσκαµε। Εµείς όµως επιµείναµε µέχρι που 60 εκ. χαµηλότερα φθάσαµε σε µια πλάκα 1,15 x 1 µ. και πλάτους 20 εκ.»

Το µυστικό της µέλισσας.


Κορυφαίο εύρηµα πέρα από τα 3.000 φύλλα χρυσού δεν είναι µόνο οι 386 χάντρες από φαγεντιανή, χρυσό και ορεία κρύσταλλο που βρέθηκαν στον τάφο, ούτε οι χρυσοί ρόδακες, αλλά ένα χρυσό λίλιουµ που κρύβει ένα µυστικό. Αν αντιστρέψει κάποιος το κόσµηµα των 3 εκατ. θα διαπιστώσει πως απεικονίζει µία µέλισσα που έχει πρόσωπο και χαρακτηριστική κόµµωση της εποχής που µοιάζει µε περούκα (δαιδαλική οροφωτή φενάκη). «Πρόκειται για µοναδική απεικόνιση της µέλισσας ως θεάς, η οποία γονιµοποιεί τους ρόδακες που βρίσκονται στο πλάι», εξηγεί ο Νίκος Σταµπολίδης.

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Στη Σαγαλασσό της Πισιδίας…

Άρθρο του Σάββα Καλεντερίδη δημοσιευμένο στο http://www.greekamericannewsagency.com 23/8/2010

Στην κωμόπολη Αγλασούν (Ağlasun) του νομού Μπούρντουρ (Burdur) της Τουρκίας, μια ομάδα αρχαιολόγων από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβέν του Βελγίου, με επικεφαλής τον καθηγητή Μαρκ Βάλκενς, ανασκάπτει τον αρχαιολογικό χώρο της Σαγαλασσού της Πισιδίας.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν ανευρεθεί μέχρι στιγμής θεωρούνται εντυπωσιακά, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς αν επισκεφθεί την ιστοσελίδα της βελγικής αρχαιολογικής ομάδας, ενώ το γύρο του κόσμου έχει κάνει η είδηση της εύρεσης του γιγαντιαίου αγάλματος του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, που ανασκάφηκε εκεί.
Ενώ λοιπόν οι αρχαιόφιλοι όλου του κόσμου μοιράζονται τις ειδήσεις που αφορούν τα όντως σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα που φέρνει στο φώς η βελγική αρχαιολογική σκαπάνη, κανείς δεν έχει δώσει σημασία σε μια είδηση που αφορά στη Σαγαλασσό και στους κατοίκους της σύγχρονης Αγλασούν, παραφθορά του αρχαίου, μάλλον καρικής προέλευσης, ονόματος. Η ομάδα των Βέλγων αρχαιολόγων που κάνει τις αρχαιολογικές ανασκαφές, έκανε γενετικές έρευνες στα οστά των νεκρών που βρέθηκαν στους ανασκαμένους τάφους της αρχαίας Σαγαλασσού και συσχέτισε τα αποτελέσματα με το γενετικό υλικό των εργατών που εργάζονται στις ανασκαφές, που είναι κάτοικοι της κωμόπολης Αγλασούν.Τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά*.Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Αγλασούν έχουν το ίδιο γενετικό υλικό με τους κατοίκους της αρχαίας Σαγαλασσού, που σημαίνει ότι είναι απόγονοί τους.Το θέμα δημιούργησε μεγάλη αναταραχή και προβληματισμό στην τοπική κοινωνία και τους κατοίκους του Αγλασούν, η οποίοι, καθότι διαποτισμένοι από τον εθνικιστικό σκοταδισμό, μέχρι τώρα ζούσαν με τη βεβαιότητα ότι όλοι τους κατάγονται από το “ευγενές και ανώτερο” τουρκικό έθνος.Το στοιχείο αυτό μας δείχνει ότι για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας ίσως ο πολιτισμός και η ιστορία να είναι πιο ισχυρό όπλο από τις φρεγάτες, τα αντιαεροπορικά, τους πυραύλους και τα αεροπλάνα, τα οποία φυσικά δεν λέμε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν για την εξασφάλιση της εθνικής μας ακεραιότητας και της ειρήνης.Έχοντας μέσα μας βαθειά αυτήν την πίστη, ξεκινήσαμε πριν από οκτώ χρόνια το ταξίδι μας στον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη, την Καππαδοκία, την Καρία, τη Λυκία, την Ιωνία, την Αιολία, τη Σμύρνη, εκδίδοντας τη σειρά των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών και χαρτών για τις περιοχές αυτές, που αναδεικνύουν με ισορροπημένο τρόπο την ιστορική αλήθεια που κρύβεται βαθειά θαμένη στα χώματα της Ανατολίας και στις σκοπιμότητες της “νομιμοφροσύνης” των εκάστοτε αρμοδίων, που είναι μονίμως απόντες από τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας, ενώ, κατά έναν περίεργο τρόπο, είναι μονίμως παρόντες στις μικρές και μαύρες στιγμές της.Στη Σαγαλασσό της Πισιδίας λοιπόν…*Να σημειωθεί ότι το γεγονός της γενετικής έρευνας αναφέρθηκε σε μένα προσωπικά από αρχαιολόγο που επισκέφθηκε την περιοχή και δεν στηρίζεται σε κάποια επίσημη ανακοίνωση. Οπότε, υπάρχει πάντα η ανάγκη της επαλήθευσης της πληροφορίας.Πάντως, επειδή δεχτήκαμε πολλές τηλεφωνικές ερωτήσεις για το θέμα, σας παραπέμπουμε σε δημοσίευμα της εφημερίδας SABAH, το οποίο στηριζόμενο σε επιστημονικές μελέτες αναφέρει ότι οι παρείσακτοι Τουρκομάνοι του Αρπασλάν που εγκαταστάθηκαν στην Ανατολία, μετά τη μάχη του Ματζικερτ, αποτελούσαν μόνο το 10-15% του συνολικού πληθυσμού της Ανατολίας και αντί να αλλοιώσουν και να εκτουρκίσουν γενετικά τους λαούς της Ανατολίας, οι ίδιοι οι παρείσακτοι Τουρκομάνοι αφομοιώθηκαν γενετικά από τους αυτόχθονες, άσχετα με τις θρησκευτικές αφομοιώσεις (εξισλαμισμούς) και της αφομειώσεις της εθνικής συνείδησης (εκτουρκισμούς) που ακολούθησαν. Στο εν λόγω κείμενο αναφέρεται ότι γενετικά οι κάτοικοι της σημερινής Τουρκίας έχουν μεγάλες ομοιότητες με τους κατοίκους της Ελλάδας και του Ιράν.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

ΕΡΕΤΡΙΑ: ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΣΤΑΘΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Εχθές 24/8/2010 κατάφερα επιτέλους να επισκεφθώ την περιοδική έκθεση που φιλοξενείται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών με τον τίτλο "Ερέτρια , ματιές σε μία αρχαία πόλη". Επισημαίνω πως η έκθεση ολοκληρώνεται σήμερα 25/8/2010 και εν συνεχεία και συγκεκριμένα από τα τέλη του Σεπτεμβρίου έως και τις αρχές του 2011 , θα φιλοξενηθεί από το Antikenmuseum und Sammlung Ludvig της Βασιλείας. Η αξιέπαινη αυτή παρουσίαση αποτελεί μία κοινή προσπάθεια τόσο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και της ΙΑ΄Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων όσο και της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής της Ελλάδας που δραστηριοποιείται αποκλειστικά στις ανασκαφές της Ερέτριας ήδη από το 1964. Ο κορμός της έκθεσης αποτελείται από τέσσερις θεματικές ενότητες.
Στην πρώτη ενότητα γίνεται μία εκτενής αναφορά μέσω αντίστοιχων ευρημάτων για την κατοίκηση της πόλης από τη Νεολιθική περίοδο και την μετέπειτα ίδρυσή της πιθανόν από τους κατοίκους του Λευκαντιού περί τον 8ο αιώνα π।Χ। Σπεδοί της νεολιθικής περιόδου αλλά και αντικείμενα κηροπλαστικής της Ερέτριας και του Λευκαντιού, εκθέτονται ως τεκμήρια των εν λόγω επιστημονικών τοποθετήσεων। Επίσης στην ίδια ενότητα συναντούμε ευρήματα και από άλλες περιοχές εντός και εκτός Ελλαδικού χώρου όπως των Πιθηκουσσών στην κάτω Ιταλία και της Δίκαιας και Μένδης στη Β।Ελλάδα, οι οποίες αποτέλεσαν σημαντικές αποικίες της Ερέτριας ιδρυόμενες κατά τη Γεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο. Η επιρροή από την Ανατολή δια των εμπορικών επαφών της Ερέτριας με τους λαούς της Μεσογείου αποτυπώνεται στην Τέχνη με παραστάσεις μυθικών μορφών σε αγγεία, σε σφραγίδες εμπορικές , θρησκευτικές και ταλισμανικές καθώς και στην κοσμηματοποιϊα. Ο γνωστός Κένταυρος της Γεωμετρικής περιόδου αποτελεί το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό έκθεμα το οποίο μάλιστα αποτελεί αντίγραφο του πρωτοτύπου. Το πρωτότυπο βρέθηκε μοιρασμένο σε δύο ίσα κομμάτια σε δύο διαφορετικούς θρησκευτικούς χώρους της πόλης, προφανώς κατόπιν πραγματοποίησης κάποιας ιδιαίτερης θρησκευτικής τελετουργίας.

Στη δεύτερη ενότητα γνωρίζουμε την Ερέτρια μέσα από τη ζωή των κατοίκων της. Η οικία με τα ψηφιδωτά έκτασης 625 τ.μ αποτελούμενη από τον ανδρώνα, τον γυναικωνίτη , την εσωτερική αυλή και τους ερμητικά κλειστούς εξωτερικούς τοίχους αποτέλεσε το πρότυπο για το μετέπειτα Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα που κυριάρχησε κατά την Ελληνιστική κυρίως περίοδο. Από τους καταλόγους των ενεργών πολιτών ( σύνολο καταγεγραμμένων : 2.400 ) μαθαίνουμε για την εφηβεία και την ενηλικίωση των ανδρών. Η ανδρική εφηβεία από τα 18 έως τα 20 έτη αποτελούσε το βασικό στάδιο προετοιμασίας και ολοκλήρωσης του μελλοντικού πολίτη-οπλίτη της Ερέτριας ο οποίος θα συμμετείχε άμεσα και ενεργά στα μελλοντικά πολιτειακά , θρησκευτικά και στρατιωτικά ζητήματα της πόλης του αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη για την υπεράσπιση και τη διαιώνιση του τόπου του. Οι πυξίδες και οι λουτροφόροι υδρίες μαρτυρούν την ερμητικά κλειστή ζωή της γυναίκας από το δημόσιο βίο. Προορισμός της γυναίκας όπως άλλωστε ίσχυε για τα πατριαρχικά δεδομένα εκείνων των καιρών ήταν η απόκτηση νόμιμων τέκνων – μελλοντικών πολιτών-οπλιτών μέσω του γάμου από την ηλικία των 14 ετών και έπειτα. Η μόρφωση του κοριτσιού περιοριζόταν μόνο στη γραφή , την ανάγνωση , την υφαντική και την εξοικείωση με τις οικιακές εργασίες . Αντιθέτως με τα νεαρά αγόρια που μετά την ηλικία των 7 ετών περνούσαν στα χέρια του παιδονόμου για τη διαπαιδαγώγησή τους, τα κορίτσια λάμβαναν τα λιγοστά αυτά μορφωτικά εφόδια από την ίδια τους την μητέρα εντός της οικίας τους. Σημαντικό έκθεμα αποτελεί το ερυθρόμορφο επίνητρο με την αρπαγή της Θέτιδος από τον Πηλέα και την προτομή της Αφροδίτης του 425 π.Χ που αποδίδεται συμβολικά στο λεγόμενο «ζωγράφο της Ερέτριας». Η δεύτερη ενότητα με τη ζωή των κατοίκων της Ερέτριας ολοκληρώνεται με τις δραστηριότητες των παιδιών , αγοριών και κοριτσιών , όπως καταγράφονται από παραστάσεις παιδικών παιχνιδιών και τελετών μύησης σε χοές καθώς και από την εύρεση πλαγγόνων και αστραγάλων. Τέλος σωρεία αργυρών και χάλκινων νομισμάτων , μέτρων και σταθμών , εμπορικών πινακίδων, τεχνιτών μελισσοκομικών κυψελών ακόμα και πεσσών, φανερώνουν την καθημερινή οικονομική , εμπορική και κοινωνική δραστηριότητα των κατοίκων , ιδιαίτερα δε αυτή των ανδρών που εξελισσόταν τόσο στην αγορά όσο και στην παλαίστρα, στα λουτρά και στα συμπόσια. Σημαντικό έκθεμα είναι το «Τάλαντον» βάρους 26,191 Kg που μαζί με αυτό της Αρχαίας Ολυμπίας αποτελούν τα μοναδικά ευρήματα στο είδος τους.


Στην τρίτη ενότητα γνωρίζουμε τον κόσμο των Θεών της Ερέτριας. Ο πολιούχος Δαφνηφόρος Απόλλωνας και η Άρτεμις αποτελούσαν τις κατεξοχήν θεότητες στο τοπικό πάνθεον. Σπουδαίο επίσης ρόλο κατείχαν η Αθηνά, η Δήμητρα με την Κόρη, η Αφροδίτη ενώ με την πάροδο των χρόνων και την παρακμή των Ολύμπιων θεοτήτων κατά την Ελληνιστική περίοδο, εισάγονται και λατρεύονται νέες θεότητες όπως η Ίσις , η Σέραπις, ο Όρος κ.α. Μάλιστα κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο κτίζεται το Σεβαστείο, με σκοπό την απόδοση λατρειών και τιμών στο Ρωμαίο αυτοκράτορα. Αναθήματα διαφόρων τύπων , ειδώλια, σύγχρονες μακέτες, θρησκευτικά και τελετουργικά εγχειρίδια και μικροαντικείμενα αλλά και η επιτυχημένη ψηφιακή προβολή σχετικά με την αναπαράσταση του αετώματος του ναού που αφορούσε την αρπαγή της Αντιόπης από το Θησέα υπό την επιβλητική παρουσία της Αθηνάς, αποτελούν τον πιο επιτυχή τρόπο ανάδειξης της θρησκευτικής ζωής των κατοίκων της Ερέτριας. Σημαντικό έκθεμα αποτελεί το αγαλματίδιο που παριστάνει τον τρυφερό εναγκαλισμό της Αφροδίτης με τον υιό της Έρωτα ο οποίος μόλις έχει προσγειωθεί και έχει κλείσει τα φτερά του.



Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα ξεναγούμαστε στον κόσμο της σιωπής των κατοίκων της Ερέτριας. Οι νεκροί Ερετριείς είτε καίγονταν είτε θάβονταν. Κατά την αρχαϊκή κυρίως περίοδο οι πλούσιοι και επιφανείς νεκροί καίγονταν και τα οστά μαζί με την τέφρα τους φυλάσσονταν σε μεγάλους χάλκινους λέβητες στους οποίους οι συγγενείς εναπόθεταν και πολύτιμα είδη. Αντιθέτως οι φτωχοί νεκροί θάβονταν σε απλούς τάφους με λιγοστά και απέριττα κτερίσματα. Αργότερα κατά την Κλασική, Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο διατηρήθηκαν και οι δύο τρόποι ταφής μόνο που προστέθηκαν και οι σαρκοφάγοι, ξύλινες και μαρμάρινες. Για τα μικρά παιδιά ακολουθούταν ο γνωστός εγχυτρισμός. Δυστυχώς η σύληση πολλών ταφών από αρχαιοκάπηλους κατά τον 19ο και 20ο αιώνα αφαίρεσαν την ευκαιρία από τους μετέπειτα ερευνητές να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις νεκρικές εθιμοτυπίες που ακολουθούνταν. Ανάμεσα στα εκθέματα επίσης συναντούμε επιτύμβιες στήλες, ειδώλια χθόνιων θεοτήτων ( όφις, δικέφαλος σκύλος κ.α ) , γυάλινα και χάλκινα κτερίσματα, πήλινα θυμιατά και νεκρικές ληκύθους με ανάλογες παραστάσεις που εμπνέονται από την μνημειώδη ζωγραφική. Σημαντικό έκθεμα αποτελεί ο γαμικός μελανόμορφος λέβητας του 6ου αιώνα π.Χ που χρησιμοποιήθηκε για εγχυτρισμό.


Ολοκληρώνοντας αυτή την μικρή παρουσίαση θα ήθελα να ενημερώσω τους αγαπητούς φίλους και αναγνώστες πως κυκλοφορεί ο ανάλογος κατάλογος της έκθεσης στην τιμή των € 50,00, ο οποίος αποτελεί συλλογικό έργο των εμπλεκομένων φορέων με ένα εξαιρετικά αναλυτικό και εμπεριστατωμένο φωτογραφικό και επιστημονικό υλικό.


Πηγές πληροφοριών και φωτό: α) Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών β) Κατάλογος Έκθεσης " Ερέτρια , ματιές σε μία αρχαία πόλη"



Το ετήσιο ραντεβού με την Ακρόπολη της Αυγουστιάτικης Πανσελήνου


Το χθεσινό ραντεβού με την Αυγουστιάτικη Πανσέληνο δόθηκε με τους δικούς μου ανθρώπους στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως υπό τους ήχους των μουσικών συνόλων του Δήμου Αθηναίων και του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής συνοδευομένων από την αισθαντική φωνή της Νένας Βενετσάνου
Η εμπειρία ήταν πραγματικά μοναδική. Από τον εξώστη του α΄ορόφου του Μουσείου ο επισκέπτης απολάμβανε τη θέα του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως με τα δεκάδες φλας να αστράφτουν μανιωδώς, προσπαθώντας δυστυχώς μάταια λόγω λανθασμένης φωτογραφικής τεχνικής , να συλλάβουν την εκθαμβωτική λάμψη του Παρθενώνα που αναπαυόταν στην αγκαλιά της ολόγιωμης φεγγαράδας. Δεξιά στο βάθος ο Λυκαβηττός κατάφωτος και στολισμένος συναγωνιζόταν σε χάρη και ομορφιά των εξίσου μαγευτικό Λόφο του Φιλοπάππου που κοσμούσε την αριστερή πλευρά θέασης. Η ζωφόρος , οι Κούροι και οι Κόρες δέχονταν τους επισκέπτες τους ακτινοβολώντας με έναν τρόπο πραγματικά μοναδικό. Αμέτρητο πλήθος κόσμου συνέρρεε επί ώρες κατά μήκος της Διονυσίου Αεροπαγίτου δημιουργώντας ένα ζωντανό και πολύχρωμο παζλ. Αρνητικά σημεία της χθεσινής βραδιάς ήταν τα πεταμένα αποκόμματα των δωρεάν εισιτηρίων στον εξώστη του Μουσείου καθώς και τα πλαστικά μπουκάλια νερού και κυπέλλων που είχαν αφεθεί δίπλα από τις εισόδους του Μετρό Ακρόπολης.

«Είδαν» το ανάκτορο του Οδυσσέα - Βρέθηκε η Πύλη της αρχαίας Ροδιαπόλεως

«Είδαν» το ανάκτορο του Οδυσσέα
Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη από την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" २५/८/2010

Τι κι αν οι επιστήµονες δεν είναι σίγουροι για την οµηρική Ιθάκη. Δύο καθηγητές Αρχαιολογίας υποστηρίζουν ότι αποκάλυψαν το µέγαρο του πολυµήχανου µυθικού βασιλιά στη σηµερινή Ιθάκη. Ο µύθος και ο εντοπισµός (µε επιστηµονικά µέσα) της οµηρικής Ιθάκης, και κατ’ επέκταση του ανακτόρου όπου η Πηνελόπη περίµενε τον Οδυσσέα, έχει το ανάλογό της στην Ατλαντίδα। Κάθε τόσο µια θεωρία ή ένα αρχαιολογικό και γεωλογικό εύρηµα έρχονται να δώσουν µια νέα διάσταση και έναν νέο τόπο στον µύθο.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ο ισχυρισµός δύο ελλήνων αρχαιολόγων ότι εντόπισαν στον Αγιο Αθανάσιο της Ιθάκης, στην περιοχή Εξωγής την οποία ανασκάπτουν δεκαέξι χρόνια τώρα, το ανάκτορο του Οδυσσέα. Για την ακρίβεια, έφεραν στο φως µεγάλο ανάκτορο µεγέθους αναλόγου µε εκείνα που έχουν αποκαλυφθεί στις Μυκήνες, την Πύλο και την Τίρυνθα µε µυκηναϊκά ευρήµατα το οποίο χρονολογούν στον 13ο π.Χ. αιώνα, εποχή στην οποία συγκλίνουν οι περισσότερες χρονολογήσεις για τα οµηρικά έπη (και την Οδύσσεια).
«Σύµφωνα µε τα έως σήµερα στοιχεία, κινητά και ακίνητα, που είναι ιδιαίτερα σοβαρά, και µε κάθε επιστηµονική επιφύλαξη, πιστεύουµε ότι βρισκόµαστε µπροστά στο ανάκτορο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, το µόνο από τα ανάκτορα των οµηρικών επών που δεν έχει ανακαλυφθεί», δηλώνει ο καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήµιο Ιωαννίνων Θανάσης Παπαδόπουλος, µαζί µε τη σύζυγό του, Λίτσα Κοντορλή, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο ίδιο Πανεπιστήµιο.
Η ανακοίνωσή τους αντιπαρέρχεται θεωρίες και επιστηµονικά στοιχεία που ανακυκλώνονται, χρόνια τώρα, στη διεθνή επιστηµονική κοινότητα καθώς η ανεύρεση του εν λόγω ανακτόρου θεωρείται ως µία από τις µεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις που άλλα δεν τοποθετούν χρονικά τα οµηρικά έπη στον 13ο π.Χ. αιώνα, άλλα αµφισβητούν ακόµη και την ιστορική διάστασή τους (αναγάγοντάς τα µόνο στη σφαίρα του µύθου και των επών του ποιητή Οµήρου), άλλα τοποθετούν την οµηρική Ιθάκη στη σηµερινή Κεφαλονιά, άλλα στην Κέρκυρα.
Η ελληνική αρχαιολογική κοινότητα έχει σταθεί πολλές φορές κριτικά έως και επικριτικά απέναντι σε ανάλογες ανακαλύψεις αντίστοιχης εµβέλειας και διεθνούς επιστηµονικού ενδιαφέροντος.
Οι δύο αρχαιολόγοι πάντως έφεραν στο φως υπολείµµατα ενός κτίσµατος που πιστεύουν πως είχε τρία επίπεδα µε κλιµακοστάσιο λαξευµένο στον βράχο και µια κρήνη που χρονολογούν στον 13ο αιώνα π.Χ., περίοδο κατά την οποία έχει εκτιµηθεί από κάποιους πως είχε ζήσει ο Οδυσσέας. Αντίστοιχες κρήνες έχουν αποκαλυφθεί στην Ακρόπολη των Μυκηνών και την Τίρυνθα.
Μέσα στο µεγάλο κτίσµα βρήκαν υπολείµµατα µυκηναϊκής κεραµικής εξ ου και θεωρούν το ανάκτορο µυκηναϊκό. «Πιστεύουµε ότι µε τα ευρήµατα που έχουµε τεκµηριώνουµε µε επιστηµονικό τρόπο την παράδοση, που αναφέρεται από τον Οµηρο και οι περιγραφές που γίνονται ταιριάζουν, παρά τις καταστροφές που έχουν υποστεί, γιατί πρώτον, η περιοχή κατοικήθηκε και χάθηκαν πολύτιµα στοιχεία και δευτερευόντως επειδή ο χώρος ήταν άφρακτος µε αποτέλεσµα περίεργοι περιπατητές να εισβάλλουν σε αυτόν καθηµερινά».
Ο καθηγητής Θανάσης Παπαδόπουλος (ο οποίος ήταν αδύνατον να εντοπιστεί τηλεφωνικά από «ΤΑ ΝΕΑ» µέχρι αργά χθες τη νύχτα) υποστηρίζει πως πρώτον κινδυνεύει από λαθρανασκαφείς ο απερίφρακτος χώρος 25 στρεµµάτων που έχει ανασκάψει µε τη σύζυγό του στον Αγιο Αθανάσιο, ενώ δεν έχει ακόµη τη δέσµευση από το υπουργείο Πολιτισµού και Τουρισµού για τη συνέχιση της ανασκαφής ώστε να τεκµηριωθούν τα ευρήµατα.
Η ανακοίνωση του ευρήµατος συµπίπτει µε µια περίοδο που τα κονδύλια για την αρχαιολογική ανασκαφή στην Ιθάκη έχουν µπλοκαριστεί κυρίως λόγω των γραφειοκρατικών αλλαγών που έχει επιφέρει ο «Καλλικράτης» στην ελληνική περιφέρεια, αν και πρόσφατα το Νοµαρχιακό Συµβούλιο Ιθάκης ενέκρινε κονδύλι 115.000 ευρώ για τη συνέχιση της πανεπιστηµιακής ανασκαφής.
Οι καθηγητές του Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων Θανάσης Παπαδόπουλος και Λίτσα Κοντορλή έφεραν στο φως υπολείµµατα ενός κτίσµατος που πιστεύουν πως είχε τρία επίπεδα µε κλιµακοστάσιο λαξευµένο στον βράχο και µια κρήνη του 13ο αι π.Χ.

Δεσµώτης στον βράχο της Σάµης;

Η προϊστορική Ιθάκη του Οµήρου και του πολυµήχανου Οδυσσέα ήταν τµήµα της σηµερινής Κεφαλονιάς και για την ακρίβεια η χερσόνησος της Παλικής και ένας δίαυλος χώριζε στην αρχαιότητα τα δύο τµήµατα που ενώθηκαν ύστερα από µια µεγάλη γεωλογική αλλαγή, υποστήριξαν πρόσφατα καθηγητές των Πανεπιστηµίων του Κέµπριτζ, του Εδιµβούργου και του Πανεπιστηµίου Αθηνών, ύστερα από γεωλογική έρευνα _θεωρία που προκάλεσε την αντίδραση της κοινωνίας της Ιθάκης. Στο βιβλίο του «Οdysseus Unbound: Τhe Search for Ηomer’s Ιthaca» (ή «Οδυσσέας λυόµενος» όπως µεταφράστηκε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πολύτροπον) ο βρετανός συγγραφέας ανάλογων βιβλίων για µύθους της αρχαιότητας Ρόµπερτ Μπίτλστοουν κατέληγε πως «ο Οδυσσέας και η πατρίδα του ήταν δεσµώτες στον βράχο της Σάµης της Κεφαλονιάς εξαιτίας των κατολισθήσεων που προκλήθηκαν από σεισµούς».

Αποκάλυψαν την πύλη της αρχαίας Ροδιαπόλεως στην Τουρκία

Η πύλη εισόδου της αρχαίας ελληνικής πόλης Ροδιάπολις αποκαλύφθηκε έπειτα από έναν µήνα ανασκαφικών εργασιών στα όρια της Λυκίας και της Παµφυλίας στην Τουρκία, τις οποίες διεξάγει το Πανεπιστήµιο της Μεσογείου µε επικεφαλής τον καθηγητή της Σχολής Αρχαιολογίας δρ Ιασά Κιζγκούτ (Υrd. Doc. Dr. Ιsa Κizgut).
Η θέση της Ροδιαπόλεως ταυτίστηκε το 1842 από τους αρχαιολόγους Σπρατ και Φορµπς. Η πόλη είχε καταστραφεί κατά τον 2ο αιώνα µ.Χ. (140/141) από µεγάλο σεισµό, όπως είχε συµπεράνει και ο δρ Ιασά Κιζγκούτ। «Η πύλη εισόδου χρησιµοποιήθηκε και πάλι τη βυζαντινή περίοδο. Κατά τον 10ο και 11ο αιώνα, χτίστηκαν νέα πύλη και νέα τείχη για να προστατέψουν την πόλη, που είχε ξαναχτιστεί µέσα στην αρχαία πόλη, από τις επιδροµές των Αράβων», είπε ο καθηγητής: «Η πύλη αυτή ήταν η κεντρική και από εδώ διακλαδίζονται οι δρόµοι που οδηγούσαν στο εσωτερικό της πόλης. Υπάρχουν δρόµοι που οδηγούν στο θέατρο, την αγορά, τα λουτρά και το θεραπευτήριο της πόλης», πρόσθεσε σε ανακοίνωσή του για τα πρόσφατα ευρήµατα που προστίθενται σε εκείνα προηγούµενων ανασκαφών από γερµανικές αρχαιολογικές αποστολές ένα από αυτά είναι και ο τάφος του ευεργέτη της πόλης Οπραµόα. Η Ροδιάπολις ήταν µέλος του Κοινού των Λυκίων και µαζί µε τις πόλεις Φάσηλις και Γάγαι ήταν ροδιακή αποικία. Σύµφωνα µε τον Θεόποµπο, το όνοµά της προήλθε από τη Ρόδη, θυγατέρα του µάντη Μόψου. Υπήρχαν ναοί όπου λατρεύονταν οι Αρτεµις, Απόλλων, Αθηνά, Ασκληπιός, Νέµεσις, Ελευθερία, Ισις. Δύο άλλοι ναοί, ο ένας αφιερωµένος στην Τύχη και ο άλλος στη Νέµεσι, ανεγέρθησαν µε δωρεά του Οπραµόα.
Ακόµη, τα αποτελέσµατα γενετικής έρευνας που έκανε ο καθηγητής Κιζγκούτ στα οστά των τάφων της αρχαίας πόλης έδειξαν πως «αυτοί που κατοικούσαν στην αρχαιότητα στην περιοχή αυτή είναι οι ίδιοι που κατοικούν και σήµερα».

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Παραθέτω ένα σημερινό δημοσίευμα σχετικά με την "απονομή τουρκικής ιθαγένειας" στους Καραγκιόζη και Χατζηαβάτη μαζί με τα δικά μου σχόλια:



Πηγή:www.in.gr:Την τουρκική υπηκοότητα έδωσε η UNESCO στον Καραγκιόζη, επικυρώνοντας σχετική απόφαση που είχε ληφθεί πέρυσι από μία υποεπιτροπή της, η οποία απαρτιζόταν από εκπροσώπους έξι χωρών: της Τουρκίας, της Εσθονίας, του Μεξικού, της Βόρειας Κορέας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Κένυας। Η υποεπιτροπή είχε συνεδριάσει στο Αμπου Ντάμπι και είχε αποδεχθεί την εισήγηση που συνέταξε το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας, βάσει της οποίας τόσο ο Καραγκιόζης όσο και ο Χατζηαβάτης είναι Τούρκοι। Σύμφωνα με το Βήμα, η απόφαση επικυρώθηκε και από την αρμόδια επιτροπή της UΝΕSCΟ, χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση της Ελλάδος, παρά μόνο μία επιφύλαξη που διατύπωσε η διευθύντρια του Νεότερου Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού κυρία Τέτη Χατζηνικολάου, ότι ο Καραγκιόζης αποτελεί άυλη φιγούρα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας।Η εξέλιξη αυτή προβληματίζει τα υπουργεία Εξωτερικών και Πολιτισμού. Ήδη, ο Π. Γερουλάνος ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες λεπτομερή ενημέρωση, ενώ ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην UΝΕSCΟ Γ. Αναστόπουλος δήλωσε ότι είχε συστήσει εδώ και καιρό στο υπουργείο Πολιτισμού να δηλώσει στην UΝΕSCΟ ότι ο Καραγκιόζης αποτελεί τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Κυβερνητικοί παράγοντες αναφέρουν ότι η μοναδική περίπτωση να συμπεριληφθούν και οι πολιτιστικές ενστάσεις της Ελλάδας όσον αφορά τον Καραγκιόζη είναι να υπάρξει ένα είδος συμφωνίας με την Τουρκία.


Σχόλια : Ευτυχώς που δεν ζει ο Ευγένιος Σπαθάρης ... Η πίκρα του δεν θα απέρρεε μοναχά από ένα αμφιβόλου εγκυρότητας διάταγμα της Unesco αλλά κυρίως από την παθητική για άλλη μία φορά στάση των εκπροσώπων του Υπουργείου Πολιτισμού που αμφισβητώ αν γνωρίζουν τον ακριβή ρόλο του διορισμού τους ή έστω αν έχουν καν επίγνωση της μακρόχρονης ελληνικής πολιτισμικής μας παράδοσης... Τώρα κατά πόσο ευσταθεί η οικειοποίηση των φιγούρων του θεάτρου σκιών τόσο από τους Έλληνες όσο και από τους Τούρκους αυτό είναι άλλο ζήτημα. Για να είμαστε ειλικρινείς, ας θυμηθούμε πως η συγκεκριμένη πανάρχαιη λαϊκή αυτή τέχνη κρατάει τις ρίζες της από τα βάθη της Ινδίας. Οι ρόλοι και τα ονόματα των πρωταγωνιστών αλλάζουν μόνο. Πάντως ενημερωτικά σας πληροφορώ πως έξω από την Προύσα υπάρχει ο τάφος και το μουσείο του Καραγκιόζη. Η παράδοση αναφέρει πως ο Καραγκιόζης ήταν υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα μαραγκός με έντονη αίσθηση του χιούμορ ο οποίος για να μην χάσει τη ζωή του ,καθώς καθυστερούσε με τα πειράγματά του τους άλλους τεχνίτες από την εργασία τους στο σαράι του πασά , αναγκάστηκε να διασκεδάζει τον ίδιο τον άρχοντα με τα καμώματά του . Οι Τούρκοι έφτιαξαν ολόκληρο μνημείο μαζί με τα περαιτέρω οικήματά του αξιοποιώντας τα τουριστικά. Οι Έλληνες τί έκαναν και τί κάνουν...;

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Η ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΒΙΚΕΛΑ

Το εν λόγω δημοσίευμα έχει μεταφερθεί αυτούσιο από την προσωπική μου προπτυχιακή εργασία που παρέδωσα κατά τη διάρκεια παρακολούθησης της ΘΕ ΕΛΠ12 του ΕΑΠ για το ακαδημαϊκό έτος 2009 - 2010.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην προσπάθεια εξευρωπαϊσμού και σύνδεσης με το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος θα αποτελούσε ένα πρόσφορο έδαφος μεταλαμπάδευσης του ευρωπαϊκού ρομαντικού κλασικισμού στην αρχιτεκτονική του, ο οποίος σταδιακά θα εξελισσόταν σε έναν αμιγή ελληνικό κλασικισμό, με προεκτάσεις και εκφάνσεις που φτάνουν έως τις μέρες μας.
Με βάση τα αναφερόμενα και λαμβάνοντας ως παραδείγματα το πρώην Μέγαρο του Ανδρέα Συγγρού και νυν κεντρικό κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών, έργο των Τσίλλερ, Σούτζου και Πιάτ που ανεγέρθη τα έτη 1872-1873 και βρίσκεται επί των οδών Βασιλίσσης Σοφίας 5 και Ζαλοκώστα, καθώς και της νέας αυτόνομης πτέρυγάς του κατασκευασμένης την περίοδο 1973-1977 από τους αρχιτέκτονες Ι.Βικέλα και Π.Μιχαλέα στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Βασιλίσσης Σοφίας, αρχικά θα προβούμε στην περιγραφή, στην τεχνική και τεχνοτροπική τους ανάλυση. Στη συνέχεια σκοπός της εργασίας μας είναι να καταδείξουμε τις πολιτισμικές, γεωγραφικές, οικονομικές, και κοινωνικοπολιτικές ανάγκες που οδήγησαν τη μεταστέγαση του Υπουργείου Εξωτερικών στο ανακαινισμένο Μέγαρο Συγγρού, το λόγο ανέγερσης της σύγχρονης αυτόνομης πτέρυγάς του, την αρχιτεκτονική δράση και το ύφος του Ι.Βικέλα αλλά και την κριτική στάση που τηρήθηκε και τηρείται ακόμα έναντι της συνύπαρξης δύο τόσο διαφορετικών αρχιτεκτονικών ρυθμών στο ίδιο κτίριο.

1. ΤΟ ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ( ΠΡΩΗΝ ΜΕΓΑΡΟ ΑΝΔΡΕΑ ΣΥΓΓΡΟΥ ) 1872-1873.
Το νεοκλασικό κεντρικό κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών (Εικ.1), γνωστό και με την ονομασία Μέγαρο Συγγρού, βρίσκεται στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας 5 (πρώην Κηφισίας) και Ζαλοκώστα, καταλαμβάνοντας συνολική έκταση 724τ.μ. Το Μέγαρο κατασκευάστηκε τα έτη 1872-1873, για λογαριασμό του Κωνσταντινουπολίτη επιχειρηματία Ανδρέα Συγγρού, στηριζόμενο σε προσχέδια του Ε.Τσίλλερ. Κατά τη διάρκεια όμως της ανέγερσής του θα τροποποιηθεί σημαντικά από τους Α.Συγγρό, Πιατ και Ν.Σούτζο ενώ ως κληροδότημα του Ελληνικού Δημοσίου, θα μετασκευαστεί ριζικά τη δεκαετία 1930-1940, αποκτώντας και την τελική του μορφή[1].
Συγκεκριμένα σε ένα οικόπεδο έκτασης 2.262 τ.μ [2], συναντούμε ογκώδες κτίσμα λευκού χρώματος αποτελούμενο από υπόγειο ,ισόγειο , α΄ όροφο , β΄ όροφο ενταγμένο σε εσοχή μεγάλης επιφάνειας και δώμα. Η τοιχοποιία του κτίσματος διατρέχεται από παράλληλες ισοϋψείς εγχάρακτες ζώνες ενώ οι δύο στέγες του απολήγουν σε ισομεγέθη συμπαγή και ενιαία στηθαία. Από την οδό Βασιλίσσης Σοφίας διακρίνεται η όμοια διατεταγμένη πενταμερής κύρια όψη του κτιρίου καθώς και το επιβλητικό σε ύψος προστώο της κεντρικής εισόδου που καταλήγει σε στέγαστρο με τριγωνικό αέτωμα. Η έντονη εξοχή του προστώου που λειτουργεί ως εξώστης του α΄ ορόφου, περιβάλλεται από δύο πλαϊνούς πεσσούς και δύο κεντρικούς στυλοβάτες ιωνικού ρυθμού. Αντιστοίχως οι ίδιοι πεσσοί και στυλοβάτες εμφανίζονται και στο ισόγειο του προστώου, μόνο που τα ιωνικά κιονόκρανα έχουν αντικατασταθεί από δωρικά ενώ παράλληλα εμφανίζεται και μαρμάρινη κλίμακα χαμηλού ύψους. Περιμετρικά του κτιρίου προβάλλονται ίδιων διαστάσεων παράθυρα και μικροί εξώστες, με προέχουσες παραστάδες που φέρουν ιωνικά επιθήματα [3].
Στο Μέγαρο Συγγρού όπως και σε όλα τα νεοκλασικά κτίρια της εποχής εφαρμόζεται η τεχνική της ανθρωπομορφικής αντίληψης, δηλαδή η κατασκευή βάσης, κεντρικού διώροφου κορμού και στέψης από μάρμαρο ,λίθους ,γύψινα και μεταλλικά διακοσμητικά στοιχεία[4].
Τεχνοτροπικά το κτίριο εμφανίζει ένα κράμα αρχιτεκτονικών ρευμάτων λόγω των πολλαπλών μετατροπών που υπέστη. Συγκεκριμένα από τα προσχέδια του Τσίλλερ παρουσιάζεται μία πρόσμιξη του ελληνικού κλασικισμού με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, καθώς εκτός των κλασικιστικών παραστάδων, του αετώματος , των εξωστών και της λευκής επιφάνειας ,έρχονται να προστεθούν αναγεννησιακά στοιχεία όπως το κλιμακοστάσιο της εισόδου και η επιμήκης τοξοστοιχία[5]. Οι δομικές προσθήκες εν συνεχεία των Συγγρού , Πιατ και Σούτζου δεν θα αλλοιώσουν σχεδόν καθόλου την τεχνοτροπία του οικήματος[6]. Αντιθέτως η επακόλουθη τάση αναβίωσης και εφαρμογής του αυστηρού κλασικισμού στα δημόσια κυρίως οικοδομήματα που εμφανίστηκε τη δεκαετία 1930-1940 και η μετασκευή του κτιρίου από το Ελληνικό Δημόσιο την ίδια χρονική περίοδο, θα επιφέρει καθοριστικές τεχνοτροπικές αλλαγές τόσο με την αλλοίωση της επιμήκους τοξοστοιχίας του όσο και με την προσθήκη του πανύψηλου προστώου με το αέτωμα και τους δωρικούς στυλοβάτες αποδίδοντάς του εν τέλει, μία έντονη κλασικιστική όψη[7].
Η επιλογή της τοποθεσίας ανέγερσης του Μεγάρου από τον Ανδρέα Συγγρό δεν ήταν τυχαία. Ο ίδιος αποτελούσε μέρος της αριστοκρατικής ελίτ των Αθηνών η οποία εκείνη την εποχή απαρτιζόταν από τους πλούσιους Έλληνες των παροικιών που ζούσαν στην πόλη, τους Βαυαρούς αξιωματούχους και τους ελάχιστους γηγενείς Αθηναίους. Ως εκ τούτου, η αγορά του οικοπέδου που βρισκόταν παραπλεύρως των βασιλικών ανακτόρων και η δόμηση οικήματος σύμφωνα με τις επιταγές της επίσημης αρχιτεκτονικής που ακολουθούσε το νεοκλασικισμό, σήμαινε αυτομάτως την ανάγκη του Συγγρού και κατά επέκταση της μεγαλοαστικής τάξης που εκπροσωπούσε, για μία αξιοπρόσεχτη πολιτικο-οικονομικοκοινωνική επίδειξη και αυτοπροβολή[8].Το Μέγαρο Συγγρού θα κληροδοτηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο το 1921 από την χήρα σύζυγό του, με την προϋπόθεση να χρησιμοποιηθεί ως οίκημα του Υπουργείου Εξωτερικών[9].
Το 1922 η Μεγάλη Ιδέα θα χαθεί μέσα στα συντρίμμια της Σμύρνης και ένα πολυπληθές κύμα προσφύγων θα κατακλύσει την Αθήνα προκαλώντας ανάλογες κοινωνικές και πολεοδομικές ανακατατάξεις ειδικότερα στο κέντρο της πόλης[10]. Στη δεκαετία 1930-1940 ο ελληνοκεντρισμός και η σύλληψη της δημιουργίας του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» από το Μεταξικό καθεστώς, θα επαναφέρει στο προσκήνιο το νεοκλασικισμό ως απαύγασμα Υψηλής Τέχνης και μέσου αντίστασης στα ποικίλα μοντέρνα Ευρωπαϊκά ρεύματα[11]. Το Μέγαρο Συγγρού με το δημόσιο πια λειτουργικό χαρακτήρα του και με κληρονομημένη τη νεοκλασική αρχιτεκτονική του, μετασκευάστηκε σε πιο αυστηρές κλασικιστικές γραμμές[12] με σκοπό την εξυπηρέτηση των νέων εθνικιστικών αντιλήψεων και προγονολατρείας που ήθελε να προβάλει το ελληνικό κράτος, μέσα από το πρώτο κατά την τάξη Υπουργείο του.

2.Η ΝΕΑ ΠΤΕΡΥΓΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ 1973-1977 ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΒΙΚΕΛΑ
Συνεχίζοντας την περιήγησή μας στο Υπουργείο Εξωτερικών, θα γνωρίσουμε τη σύγχρονη αυτόνομη πτέρυγά του που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Βασιλίσσης Σοφίας (Εικ.2) . Κατασκευασμένη μεταξύ των ετών 1973-1977 από τον Ι.Βικέλα σε συνεργασία με τον Π.Μιχαλέα και σε μία απόσταση μόλις έξι μέτρων να την χωρίζει από την κυρίως πλαϊνή πλευρά του νεοκλασικού κτιρίου, η νέα πτέρυγα θα αποτελέσει ουσιαστικά την επέκταση του υφιστάμενου λειτουργικού χώρου του παλαιού κτίσματος[13]
Πιο αναλυτικά στο ευρύτερο οικόπεδο των 4.316 τ.μ που κατέχει το Υπουργείο Εξωτερικών ανάμεσα στις οδούς Βασιλίσσης Σοφίας, Ζαλοκώστα και Ακαδημίας[14], συναντούμε ένα ορθογώνιο υψηλό κτίσμα με όμοιες κατακόρυφες εναλλασσόμενες επικαλύψεις της εξωτερικής του όψης από μαύρους υαλοπίνακες και λευκές μαρμάρινες επενδύσεις, οι οποίες τέμνονται με το περιμετρικό μαρμάρινο γείσο της στέψης. Αποτελούμενο από επτά ορόφους γραφείων, διώροφο ισόγειο, ημιώροφο και υπόγειες θέσεις στάθμευσης, το οικοδόμημα φέρει βαθιά εγκοπή ακριβώς στο ύψος της στέγης του νεοκλασικού κτιρίου, δημιουργώντας κατά αυτό τον τρόπο την οφθαλμαπάτη ενός ενιαίου οικοδομικού συγκροτήματος[15].
Στη νέα πτέρυγα του Υπουργείου Εξωτερικών εφαρμόζεται πιστά η τεχνική του τοιχοπετάσματος (curtain wall), η τοποθέτηση δηλαδή αυτοφερόμενων κατασκευών από γυαλί ,μάρμαρο και άλλων συμβατών υλικών επάνω σε έναν αλουμινένιο σκελετό, το γνωστό και ως κάναβο[16].
Η τεχνοτροπία της νέας πτέρυγας του Υπουργείου Εξωτερικών απορρέει από την επιμειξία του μεταπολεμικού νεοκλασικισμού με τη σύγχρονη τεχνολογία[17] προσαρμοσμένη στους αισθητικούς περιορισμούς που επέβαλε η παρουσία του υφιστάμενου νεοκλασικού κτιρίου. Η προσθήκη των κάθετων μαρμάρινων επενδύσεων σε συνδυασμό με το γείσο της στέψης και το μαύρο φόντο των υαλοπινάκων στόχευε έστω και μινιμαλιστικά, αφενός μεν να προβάλλει υποσυνείδητα στο θεατή εικόνες κιονοστοιχιών που απαντιόνται σε δωρικούς ναούς της ελληνικής αρχαιότητας, αφετέρου δε να επιτύχει την αρμονική συνύπαρξη δύο τόσο ρυθμολογικά διαφορετικών κτιρίων[18].
Η έναρξη ανέγερσης της νέας πτέρυγας του Υπουργείου Εξωτερικών το 1973 έρχεται σε μία κρίσιμη πολιτική περίοδο για την Ελλάδα καθώς όμοια με το ’30, βίωνε για δεύτερη φορά στην ιστορία της ένα δικτατορικό καθεστώς με τις συνήθεις εθνοκεντρικές εμμονές. Παρόλα αυτά, ο αρχιτεκτονικός αφαιρετισμός του Βικέλα που υπέκρυπτε συνειδητά τα αρχαιοπρεπή ελληνικά στοιχεία, θα κατάφερνε να υπερκεράσει την εκχυδαϊσμένη επίσημη αρχιτεκτονική του καθεστώτος[19]. Ταυτόχρονα ο εκδημοκρατισμός της χώρας το 1974 και οι ανάγκες προβολής ενός σύγχρονου και αξιόπιστου θεσμικά ελληνικού κράτους που θα το τοποθετούσαν με αξιώσεις στις διεθνείς επάλξεις, θα καταστήσουν ακόμη πιο σαφείς τις απαιτήσεις για απομάκρυνση από τον αυστηρό κλασικισμό, καθώς επίσης και για την περαιτέρω πλουραλιστική ανάπτυξη νευραλγικών δημόσιων υπηρεσιών όπως ήταν μεταξύ άλλων και το Υπουργείο Εξωτερικών.
Ο Ι.Βικέλας, εκτός από την κατασκευή της προσθήκης του Υπουργείου Εξωτερικών που θα προκαλούσε σωρεία αντιδράσεων για διαφόρους λόγους τους οποίους και θα προσεγγίσουμε στη συνέχεια της παρούσας εργασίας, θα γίνει ευρύτερα γνωστός στην ελληνική κοινωνία με την ανέγερση του Πύργου των Αθηνών τα έτη 1968-1971[20], ταυτίζοντας έτσι το όνομά του με την κατασκευή των πρώτων υψηλών κτιρίων στην Ελλάδα.. Με άμεσες επιρροές από τα νεότερα αμερικανικά και μεταπολεμικά νεοκλασικά αρχιτεκτονικά ρεύματα αλλά και από τα έργα των E.Stone και S.O.M,[21] ο Βικέλας θα κατασκευάσει πάνω από 800 ιδιωτικά και δημόσια κτίρια χρησιμοποιώντας κατά κόρον το γυαλί, το αλουμίνιο , το μάρμαρο αλλά και άλλα υλικά που μπορούσαν να προσαρμοσθούν με ασφάλεια στον κάναβο. Μάλιστα η ιδιαίτερη προτίμηση του Βικέλα στην χρήση ξένων και ενεργοβόρων για το κλίμα της Ελλάδας υλικών ,θα αποτελούσε μία από τις πολλές αφορμές ώστε να επικριθεί το έργο του ως μία Υψηλή αρχιτεκτονική γυάλινων-καθρεπτών κτιρίων μεσαίου γούστου και άνευ κοινωνικού, αισθητικού και γεωγραφικού προσανατολισμού[22].

३.Η ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΡΥΘΜΩΝ ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ: ΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ
Ο ασυνήθιστος αρχιτεκτονικός ρυθμός της προσθήκης του Υπουργείου Εξωτερικών που κινούταν σε εντελώς αντίθετη κλίμακα αναλογιών και τεχνοτροπίας εν συγκρίσει με το υφιστάμενο νεοκλασικό κτίριο, έδωσε λαβή για νέες επικρίσεις και σχόλια. Ο αναπολών για παράδειγμα την ρομαντική νεοκλασική Αθήνα αλλά και συνάμα ευαισθητοποιημένος σε περιβαλλοντολογικά θέματα ακαδημαϊκός, Σόλων Κυδωνιάτης, θα αναφερόταν σε σύνθλιψη του παλαιού κτιρίου από το νέο[23].
Στη συνέχεια και συγκεκριμένα το 1978, ένα άρθρο από την εφημερίδα «Τα Νέα», θα αγνοήσει παντελώς το όνομα του Π.Μιχαλέα και θα χαρακτηρίσει τη νέα πτέρυγα του Υπουργείου Εξωτερικών, ως ένα αρχιτεκτονικό επίτευγμα με σαφή κυριάρχηση της βικελικής γραμμής. Κατόπιν αυτής της δημοσίευσης και μέσα από ποικίλες επιστολές διαμαρτυρίας διαφόρων Αθηναίων αρχιτεκτόνων προς τον ημερήσιο Τύπο, το νέο κτίριο θα παρομοιαστεί με ορθογώνιο κουτί που στέκεται παράταιρα στον περιβάλλοντα χώρο[24]. Ο Βικέλας με τη σειρά του και στην προσπάθεια να αντικρούσει τους επικριτές του, θα εκθειάσει με σαφή τρόπο συγκεκριμένα τεχνοτροπικά στοιχεία που αποδείκνυαν κατά την άποψή του, έναν εξυγιασμένο Ελληνικό αρχιτεκτονικό ρυθμό στο έργο του, απαλλαγμένο από δυτικότροπες αντιγραφές[25].
Πέρα από όλη αυτή την παραφιλολογία που μπορεί να κατευθυνόταν είτε από συναισθηματικά κριτήρια και ευαισθησίες είτε από επαγγελματικές εμπάθειες και οικονομικά συμφέροντα, ο σύγχρονος Αθηναίος θεατής δεν φαίνεται να επηρεάζεται άμεσα από τη συνύπαρξη δύο τόσο διαφορετικών αρχιτεκτονικών ρυθμών στο ίδιο κτίριο. Ενδεχομένως μάλιστα η ίδια η ύπαρξη του νεοκλασικού κτιρίου του Υπουργείου Εξωτερικών σε μία τσιμεντούπολη με άναρχη δόμηση όπως είναι η Αθήνα, με τα περισσότερα νεοκλασικά της να έχουν ήδη κατεδαφιστεί και τα εναπομείναντά της να καλύπτονται από διαφημιστικές και εμπορικές επιγραφές , να προκαλεί περισσότερα ερωτηματικά για το λόγο της έως τώρα παρουσίας του, από ότι η σύγχρονη πτέρυγά του. Δεν πρέπει άλλωστε να αγνοούμε την υποκειμενικότητα στην αισθητική αντίληψη του κάθε ατόμου όπως και το μέτρο πρόσληψης και επεξεργασίας των οπτικών μηνυμάτων που δέχεται καθημερινά. Αν τελικά ο Βικέλας κατάφερε να συνδέσει με το δικό του αφαιρετικό τρόπο τη σύγχρονη με τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, αυτό είναι ένα θέμα που ενδιαφέρει πολύ λιγότερο σήμερα την κοινή γνώμη . Εκείνο που θα πρέπει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τους ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι, εάν τελικά επετεύχθη η πλήρης αξιοποίηση και ο εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών με την επέκταση του λειτουργικού του χώρου και κατά πόσο ο χώρος αυτός συμβαδίζει ή επιβαρύνει τις κλιματολογικές και ενεργειακές συνθήκες του αττικού περιβάλλοντος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μετά και τη σύντομη γνωριμία μας με το νεοκλασικό κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών και της νέας πτέρυγάς του συμπεραίνουμε πως ο ελληνικός κλασικισμός ή νεοκλασικισμός όπως αποκαλείται σήμερα, εμφανίστηκε άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα στη διαμόρφωση της επίσημης ελληνικής αρχιτεκτονικής। Στις δύσκολες ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες της χώρας, ο ακραίος νεοκλασικισμός στη δημόσια αρχιτεκτονική της Ελλάδας λειτουργούσε ως πανάκεια στην τόνωση και αφύπνιση της εθνικής συνείδησης και της αντιμετώπισης του Ευρωπαϊκού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού αλλά και ως μέσο προβολής της εθνοκεντρικής πολιτικής των εκάστοτε δικτατορικών καθεστώτων. Αντιθέτως, η σχεδόν αφαιρετική προσέγγιση του νεοκλασικισμού στη σύγχρονη εποχή αφενός μεν προκάλεσε και θα προκαλεί τη συνήθη αντίδραση των ένθερμων υποστηρικτών της κλασικής Ελληνικής μνημειακής παράδοσης αφετέρου δε, επισημοποίησε την πρόσμιξη της ελληνικότητας με την τεχνολογία, έχοντας ως σκοπό την προσαρμογή των νεοαναγειρόμενων δημόσιων οικοδομημάτων στις καθημερινές ανάγκες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.


[1] Ν.Ιωαννίδου, «Το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού , σημερινή έδρα του Υπουργείου Εξωτερικών στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας αρ.5», Αρχείο Τεχνικής Διεύθυνσης Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα 1997, δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[2] Στο ίδιο , δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[3] Στο ίδιο, δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[4] Δ.Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 90.
[5] Στο ίδιο, σελ.90.
[6] Ν.Ιωαννίδου, ό.π. δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[7] Ν.Ιωαννίδου, «Το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού , σημερινή έδρα του Υπουργείου Εξωτερικών στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας αρ.5», Αρχείο Τεχνικής Διεύθυνσης Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα 1997, δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[8] Μ.Γ.Μπίρης, Μισός Αιώνας Αθηναϊκής Αρχιτεκτονικής 1875-1925, εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 1987, σελ. 2.
[9] Ν.Ιωαννίδου, ό.π. δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[10] Μ.Γ.Μπίρης, ό.π. σελ. 7.
[11] Δ.Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984, σ.σ.183-187.
[12] Ν.Ιωαννίδου, «Το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού , σημερινή έδρα του Υπουργείου Εξωτερικών στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας αρ.5», Αρχείο Τεχνικής Διεύθυνσης Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα 1997, δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[13] Ι.Βικέλας, Α.Βικέλας κ.α, Μελέτες – Η Νέα Πτέρυγα του Υπουργείου Εξωτερικών, δικτυακή πύλη: http://www.vikelas.gr/gr/project.asp?catid=615&pic=&data=1
[14] Ν.Ιωαννίδου , ό.π. δικτυακή πύλη: http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/
[15] Ι.Βικέλας, Α.Βικέλας κ.α, ό.π. δικτυακή πύλη: http://www.vikelas.gr/gr/project.asp?catid=615&pic=&data=1
[16] Δ.Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ.294 & 338.
[17] Στο ίδιο, σελ.368.
[18] Δ.Φιλιππίδης, Ιστορία της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Τόμος Δ΄, εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σ.σ..75-77.
[19] Δ.Φιλιππίδης, ό.π. σελ.368.
[20] Δ.Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 338.
[21] Στο ίδιο, σελ. 367
[22] Στο ίδιο, σελ.42.
[23] Σ.Κυδωνιάτης, Η Ελληνική Αρχιτεκτονική Αναγέννησις και η Κακοποίησις της, εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 1980, σελ.75-76.
[24] Π.Κόκκορης, «Διάλογος για το Υπουργείο Εξωτερικών», Άνθρωπος και Χώρος – Ελληνικό Αρχιτεκτονικό Περιοδικό, τεύχος 7-8, εκδόσεις Καραγκούνη, Αθήνα 1978, σελ.2 δικτυακή πύλη: http://www.akx.gr/07.asp
[25] Δ।Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 368.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΥΔΩΝΙΑΤΗΣ ΣΟΛΩΝ
Η Ελληνική Αρχιτεκτονική Αναγέννησις και η Κακοποίησις της, εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 1980

ΜΠΙΡΗΣ Γ. ΜΑΝΟΣ
Μισός Αιώνας Αθηναϊκής Αρχιτεκτονικής 1875-1925, εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 1987

ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1984


ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ιστορία της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Τόμος Δ΄, εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2001


ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΙΚΕΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ και ΒΙΚΕΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ κ.α.
Μελέτες – Η Νέα Πτέρυγα του Υπουργείου Εξωτερικών, δικτυακή πύλη:
http://www.vikelas.gr/gr/project.asp?catid=615&pic=&data=1


ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΝΙΚΟΛΙΑ
«Το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού , σημερινή έδρα του Υπουργείου Εξωτερικών στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας αρ.5», Αρχείο Τεχνικής Διεύθυνσης Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα 1997, δικτυακή πύλη:
http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/The+Ministry/History/Facilities/


ΚΟΚΚΟΡΗΣ ΠΑΝΟΣ
«Διάλογος για το Υπουργείο Εξωτερικών», Άνθρωπος και Χώρος – Ελληνικό Αρχιτεκτονικό Περιοδικό, τεύχος 7-8, εκδόσεις Καραγκούνη, Αθήνα 1978, σελ.2 δικτυακή πύλη:
http://www.akx.gr/07.asp